Παρασκευή, 29 Μαΐου 2015

Ιωάννης Λίλης, Ορθόδοξος ιερέας και οικονομική κρίση.

Ο ορθόδοξος ιερέας απέναντι στην σύγχρονη οικονομική κρίση ˙ προβλήματα, προβληματισμοί, και προοπτικές με βάση τη θεολογική διδασκαλία του Χριστιανισμού [1]

Δρ. Ιωάννης Ν. Λίλης
 Λέκτορας της Ανωτάτης Εκκλησιαστικής
Ακαδημίας Ηρακλείου Κρήτης

          Η οικονομία είναι μια μορφή πολύ υψηλού πολιτισμού. Δεν παρέχει κάποιος ένα αγαθό, π.χ. αυγά, και τον πληρώνει ο έτερος με άλλο προϊόν, π.χ. βούτυρο, που πάντα θα περιέχει την αδικία (κανένα προϊόν δεν είναι ακριβώς ισάξιο με το άλλο),  αλλά ανταλλάσσουμε την αξία των προϊόντων με κάτι το ουδέτερο, το χρήμα, ώστε να είμαστε σίγουροι ότι οι συναλλαγές μας θα είναι έντιμες. Το χαρακτηριστικό του χρήματος είναι ότι ανεβάζει το βιοτικό επίπεδο και την αξιοπρέπεια όλων των ανθρώπων. Μπορεί κάποιος να είναι πλούσιος και να έχει στην τράπεζα π.χ. 100.000 ευρώ, κάποιος άλλος να είναι μετρίων εισοδημάτων και να έχει στην τράπεζα 2.000 ευρώ, όμως μέχρι αυτές τις 2.000 ευρώ και οι δύο έχουν ακριβώς την ίδια δυνατότητα και την ίση μεταχείριση. Διαφέρουν στις 98.000 ευρώ, αλλά για αυτές τις 2.000 ευρώ είναι ακριβώς ισάξιοι και απολαμβάνουν ισότιμα τον ίδιο σεβασμό που μεταφράζεται στην πράξη με την παροχή ίδιων αγαθών.
          Στην αρχαιότητα υπήρχε το σύμβολο για την ανταλλαγή των προϊόντων. Όταν γινόταν μια συμφωνία οι δύο που μετείχαν σε αυτήν τη συμφωνία έσπαζαν ένα πιάτο κι έπαιρνε ο καθένας το μισό. Όταν μετά από καιρό θα βρίσκονταν με το κομμάτι που κατείχε ο καθένας, θα έβλεπαν αν ταίριαζε, δηλαδή αν μπορούσε να συμβάλλει το ένα κομμάτι στο άλλο. Αν συνέβαλε σήμαινε ότι και οι δύο είχαν κάνει την συμφωνία και ήταν σε ισχύ. Αυτό ονομαζόταν σύμβολο γιατί συνέβαλε το ένα κομμάτι στο άλλο. Όταν η ανθρωπότητα άρχισε να προοδεύει εφευρέθηκε το νόμισμα, το οποίο προέρχεται από τη λέξη νομίζω γιατί στην ουσία είναι ένα χαρτί, νομίζεις ότι είναι κάτι, αλλά δεν μπορεί κανείς να το παραβεί και υπάρχει η ισότιμη συμφωνία μεταξύ των ανθρώπων. Με το νόμισμα που ονομάστηκε χρήμα, καθώς το χρησιμοποιούμε, το σύμβολο της αρχαιότητας περιθωριοποιήθηκε και ήρθε το συμβόλαιο και η σύμβαση μεταξύ των ανώτερων ανεπτυγμένων κοινωνιών που πλέον χρησιμοποιούν τα νομίσματα, δηλαδή το χρήμα.
          Η ιστορία της ανθρωπότητας μας δείχνει ότι οι λαοί που κάποια στιγμή στην ιστορία τους έγιναν πλούσιοι, αλλά δεν ήξεραν πως να χρησιμοποιήσουν τον πλούτο τους, εξαφανίστηκαν. Ένας τέτοιος λαός είναι οι Φοίνικες, οι οποίοι εξαφανίστηκαν, γιατί δεν ήξεραν να χρησιμοποιήσουν το χρήμα που τους έφερε η ναυτιλία. Οι Έλληνες, παρότι πήραν ένα μέρος τους αλφαβήτου τους από τους Φοίνικες, με τη λογική και τη σύνεση έκαναν καλή χρήση του χρήματος και όχι μόνο δεν εξαφανίστηκαν, αλλά αντίθετα μεγαλούργησαν. Επίσης κραταιές αυτοκρατορίες ενώ μεγαλούργησαν, κάποια στιγμή παρήκμασαν οικονομικά.        
          Το υψηλό νόμισμα απαιτεί και υψηλή παιδεία για τη σωστή διαχείριση του. Οι πολύ ανεπτυγμένοι λαοί χρησιμοποιούν λίγα νομίσματα, πολύ μεγάλης αξίας, και σπάνια αγγίζουν οι ίδιοι τα χρήματα. Συναλλάσσονται με ουδέτερα χαρτιά, επιταγές, γραμμάτια, απευθείας συναλλάγες μεταξύ τραπεζικών λογαριασμών χωρίς οι άνθρωποι να αγγίζουν νομίσματα. Το νόμισμα των φτωχών λαών είναι φλύαρο, δηλαδή πολυπληθές. Το νόμισμα των ανεπτυγμένων χωρών συντετμημένο και σύντομο. Πολυπληθές νόμισμα ήταν η δραχμή, το νόμισμα της Ελλάδος μέχρι τις αρχές του 2002 που υιοθετήθηκε το ευρώ. 340 δραχμές αποτέλεσαν μόλις ένα ευρώ. Παρατηρούμε σήμερα πως περίπου 1000 ρούβλια της Ρωσίας είναι μόνο 26 ευρώ. Ο μισθός στην Ρωσία θα είναι εκ των πραγμάτων χαμηλός˙ θα πρέπει να είναι δεκάδες χιλιάδες ρούβλια το μήνα για να φτάσει τον μισθό των χωρών που κατέχουν το ευρώ, οι οποίοι με λίγα νομίσματα (ευρώ) καλύπτουν την αξιοπρεπή διαβίωση.
          Παρατηρούμε πως ο υψηλός πολιτισμός πάντοτε μεταφράζεται σε νούμερα και αριθμούς. Όταν διατυπώθηκε το χριστιανικό δόγμα στην Κωνσταντινούπολη και στα μεγάλα κέντρα της βυζαντινής αυτοκρατορίας, δηλαδή στο πιο ανεπτυγμένο κομμάτι του τότε κόσμου, οι εκκλησιαστικοί θεολόγοι πάντοτε επέμεναν στους αριθμούς και ο ασφαλέστερος τρόπος για να εντοπίσουν έναν αιρετικό ήταν να του ζητήσουν να αριθμήσει τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος και τις δύο φύσεις του Ενανθρωπήσαντος Λόγου. Η θεωρητική διδασκαλία των αιρετικών ήταν εύκολο να παρασύρει και να παγιδέψει τους θεολόγους, ενώ οι αριθμοί ποτέ. Ο Νεστόριος εντοπίστηκε ως αιρετικός, γιατί αριθμούσε δύο πρόσωπα στο Χριστό και όχι ένα, ώστε να εξασφαλίζεται ο πλήρης αγιασμός της ανθρωπίνης φύσεως του Κυρίου από την θεϊκή του φύση. Ο Άρειος ενώ μιλούσε με τα καλύτερα λόγια για το πρόσωπο του Κυρίου, επειδή τον θεωρούσε ως το τελειότερο δημιούργημα του Πατρός, ποτέ δεν έλεγε «Αγία Τριάδα», ποτέ δεν εκφωνούσε τον αριθμό «τρία» (3) για τον Θεό, ακριβώς γιατί δεν θεωρούσε τον Υιό ως Θεό και Λόγο του Πατρός. Το χριστανικό δόγμα ποτέ δεν χρησιμοποιεί ζυγούς αριθμούς παρά μόνο μονούς. Οι μονοί αριθμοί προτιμώνται από το χριστιανικό δόγμα γιατί είναι «κινητοί» αριθμοί, όπως θα τους ονομάσει ο Μάξιμος Ομολογητής. Έχουν ένα σταθερό κέντρο και δύο ισόποσα και ισοβαρή τμήματα και από τις δύο πλευρές. Το τρία έχει κέντρο το δύο και ένα αριθμό και από τις δύο πλευρές˙ το ένα και το τρία. Η  έννοια της κινήσεως καθώς ήταν πολύ χρήσιμη για το χριστιανικό δόγμα, επειδή έδειχνε πως ο Τριαδικός Θεός είναι κινητικός απαντώντας στην αριστοτελική έννοια του Θεού που τον ήθελε ακίνητο, διατυπώθηκε με τον καλύτερο τρόπο μέσα από τη χρήση του κινητού, μονού, αριθμού τρία.[2] Όλοι οι μονοί αριθμοί είναι πρώτοι αριθμοί καθώς διαιρούνται μόνο με τον εαυτό τους και με την μονάδα (εξαιρούνται κάποιοι μονοί όπως το π.χ. το 9, το 15 ή το 21 που διαιρούνται και με το 3 ή το 5 ή το 7, όμως και αυτοί είναι και πρώτοι). Το «δύο» είναι ο μοναδικός ζυγός αριθμός που είναι όμως πρώτος αριθμός καθώς εκ των πραγμάτων διαιρείται μόνο με τον εαυτό του και με τη μονάδα. Έτσι ο μοναδικός ζυγός αριθμός που χρησιμοποιείται από τη θεολογία, για τις δύο φύσεις του Κυρίου, έχει στοιχεία και χαρακτηριστικά μονού αριθμού, δηλαδή κινητού αριθμού, ενός ζωτικού στοιχείου του χριστιανικού δόγματος.[3]
          Επιπλέον η θεολογία στη διατύπωση του χριστιανικού δόγματος χρησιμοποίησε μόνο ρητούς αριθμούς και ποτέ άρρητους. Οι ρητοί αριθμοί, όπως τα κλάσματα, οι δεκαδικοί, οι τετραγωνικές ρίζες, μετρούν συνεχή ποσά, ενώ οι άρρητοι μόνο ασυνεχή. Το χριστιανικό δόγμα με τη χρήση μόνο ρητών αριθμών έδειχνε πολύ καθαρά πως τα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος είναι ασυνεχή, δηλαδή ανεπανάληπτα και διακεκριμένα. Ακριβώς το ίδιο συνέβαινε και με τις δύο φύσεις του Κυρίου. Αυτό το ασυνεχές ποσό ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός θα το ονομάσει «διωρισμένο» γιατί είναι διαφορετικό από τα άλλα και ξεχωρίζει καθώς ορίζεται.[4]                                           
          Αν παρατηρήσουμε τις μεγάλες ευρωπαϊκές πόλεις των πολύ ανεπτυγμένων χωρών, όπως το Παρίσι, το Λονδίνο, το Βερολίνο, αλλά και τη Νέα Υόρκη των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, αντικρίζουμε την εξής εικόνα : στο κέντρο των πόλεων αυτών δεν κατοικεί κόσμος, αλλά υπάρχουν μόνο εμπορικά κέντρα και μεγάλες τράπεζες. Οι πολίτες με μέτρια εισοδήματα κατοικούν μακριά από το κέντρο σε ειδικές περιοχές, όπως και οι πολύ πλούσιοι πολίτες σε ξεχωριστές περιοχές. Στο κέντρο των πόλεων αυτών κατοικούν συνήθως πολύ λίγοι, οι οποίοι είναι ιδιαίτερα πλούσιοι. Έχουν την οικονομική δυνατότητα να κρατήσουν την εξωτερική κλασική όψη των κτηρίων και εσωτερικά να το ανακαινίσουν αλλάζοντας τα πάντα. Επίσης μπορούν μονίμως να πληρώνουν χώρο στάθμευσης για το αυτοκίνητό τους. Επιπλέον παρατηρούμε πως στο  κέντρο των πλούσιων αυτών πόλεων υπάρχουν εκτεταμένες πεζοδρομήσεις, μεγάλα πάρκα ή και δάση ακόμη, όπως παρατηρούμε γύρω από το Μπάκιγχαμ του Λονδίνου ή το δάσος της Βουλώνης στο Παρίσι. Αλλά και στις μεγάλες πόλεις των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής υπάρχει αυτή η εικόνα. Στο Σικάγο απαγορεύεται να κτίσει κάποιος σπίτι που να εφάπτεται στο σπίτι του γείτονα. Πρέπει να αφήσει τόση απόσταση με το διπλανό σπίτι, όσο θα είναι η οικία που πρόκειται να κτίσει, με αποτέλεσμα όλα τα σπίτια της πόλης περιμετρικά είναι ελεύθερα, με προσωπικό χώρο στάθμευσης του αυτοκινήτου, κήπο και βεβαίως μία ανθρώπινη κατάσταση επιβίωσης μέσα σε μία μεγαλούπολη εκατομμυρίων κατοίκων. Η παρουσία τόσο σπουδαίων ερευνητικών πανεπιστημιακών κέντρων, φέρνει υψηλή ανάπτυξη της λογικής και της χρησιμοποίησης του χρήματος (η πλειοψηφία των βραβείων Νόμπελ αποδίδεται σε αυτά τα ερευνητικά, τα οποία έρχονται βέβαια από τα πρώτα στον κόσμο με κορυφαίο το Χάρβαντ και το Γέιλ), και αυτή η  χρήση θα φανεί  και στην εξωτερική των πόλεων.     
          Αντιθέτως, παρατηρούμε πως στις πρωτεύουσες των φτωχών χωρών υπάρχει εντελώς διαφορετική εικόνα. Στο κέντρο υπάρχουν εμπορικά καταστήματα, όχι τόσο πλούσια και οργανωμένα και εκεί κατοικούν όλοι οι φτωχοί ή μέτριοι οικονομικά πολίτες. Οι ευκατάστατοι μόνο κατοικούν μακριά από το κέντρο σε ειδικές περιοχές συνήθως εκτός πόλεως. Αν ένας μισθωτός πολίτης αυξήσει τα εισοδήματα του, ο πρώτος τρόπος για να το δείξει είναι να μετακομίσει από το κέντρο σε μία ήσυχη περιοχή, όπου κατοικούν οι ευκατάστατοι. Οι πεζοδρομήσεις είναι σπάνιες έως ανύπαρκτες και η έλλειψη πρασίνου εντονότατη. Η Αθήνα, η Θεσσαλονίκη, το Ηράκλειο της Κρήτης μέχρι το 1979, χρονιά εισόδου μας στην τότε ΕΟΚ, εμφάνιζαν την εικόνα των επαρχιωτικών πόλεων με το πιο αισθητό σημείο στο κέντρο να κατοικούν οι φτωχοί ή μέτριοι οικονομικά πολίτες. Από το 1992 που η τότε ΕΟΚ μετεξελίχθηκε σε Ευρωπαϊκή Ένωση, με το Μάαστριχ, οι πόλεις της Ελλάδος άρχισαν να παίρνουν σταδιακά την εξωτερική μορφή των μεγάλων ευρωπαϊκών πόλεων. Έχει σημασία να παρατηρήσουμε το Ηράκλειο της Κρήτης. Η περιοχή γύρω από τον Άγιο Τίτο κατοικείται πλέον από πολύ λίγους ενορίτες ενώ μέχρι το 1992 ήταν από τις μεγαλύτερες ενορίες. Γύρω από τον συγκεκριμένο ναό σήμερα υπάρχει άκρως καλαίσθητη πεζοδρόμηση, όπως παρατηρείται σε όλες τις μεγάλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες και υπερσύγχρονα πολυκαταστήματα όπως στο Παρίσι, στο Λονδίνο, στη Ρώμη. Το ίδιο παρατηρούμε και στην περιοχή γύρω από τον Άγιο Μηνά. Η εικόνα αυτή είναι ακόμα πιο έντονη στην Αθήνα και την Θεσσαλονίκη. Σε λίγα χρόνια και το κέντρο του Ηρακλείου δεν θα υστερεί σε τίποτα από τις δύο μεγαλύτερες πόλεις, Αθήνα και Θεσσαλονίκη, αλλά και όλες οι ελληνικές πόλεις θα διαφέρουν ελάχιστα από τις ευρωπαϊκές. Αυτό δεν είναι ευχή ή μία επιθυμία, αλλά επίσημη συμφωνία που υπάρχει μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών, η οποία επικυρώθηκε στις 29 Μαΐου του 1979, ημέρας υπογραφής της εισόδου μας στην τότε ΕΟΚ, επισημοποιήθηκε το 1992 με το Μάαστριχ, αλλά κλείδωσε οριστικά το 1999 με την ένταξη μας στη ΟΝΕ. Η αλλαγή στην εξωτερική όψη των πόλεων αυτών έγινε γιατί προηγήθηκε η οικονομική ένωση από το 1979 και εξής με κυριότερους σταθμούς το 1992, το Μάαστριχ, και το 1999, η Ο.Ν.Ε., η νομισματική ένωση. Το συντετμημένο ισχυρό νόμισμα που είναι το ευρώ, μεταφράζεται και στην εξωτερική μορφή των πόλεων, όπου κάθε περιοχή υποδέχεται συγκεκριμένα οικονομικά στρώματα και το κέντρο είναι συνήθως εμπορικό με ωραία μεγάλα πάρκα και πεζοδρομήσεις για όλους.
          Κάτι άλλο που δεν θα πρέπει να λανθάνει της προσοχής μας είναι και οι πεζοδρομήσεις αλλά και οι πινακίδες των πόλεων αυτών. Στις μεγάλες πόλεις όλων των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης παρατηρούμε πως τα αρχαιολογικά μνημεία και οι εκκλησίες αναγράφονται σε πινακίδες καφέ χρώματος και οι πόλεις και οι κωμοπόλεις σε μπλε. Οι πινακίδες των εθνικών δρόμων είναι πράσινες. Επιπλέον παρατηρούμε πως οι πεζοδρομήσεις των πόλεων αυτών, των ελληνικών με των ευρωπαϊκών, έχουν πολλά κοινά σημεία γιατί χρηματοδοτούνται από τα προγράμματα ΕΣΠΑ, κοινά μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Προγράμματα που όλοι οι ευρωπαϊκοί λαοί τα χρηματοδοτούν, ως ισότιμα μέλη. Όμως όλοι οι λαοί δεν έχουν τη δυνατότητα να τα χρησιμοποιήσουν, γιατί στερούνται των δυνατοτήτων σύγχρονης εκταμίευσης (ηλεκτρονική καταγραφή αρχείων, σύγχρονο τραπεζικό σύστημα κ.τ.λ.). Η περιοχή γύρω από τον Καθεδρικό Ναό του Αγίου Τίτου, όπως διαμορφώθηκε την τελευταία δεκαετία από το 2004 και εξής, μοιάζει πάρα πολύ με την πεζοδρόμηση γύρω από την Παναγία των Παρισίων, την Μονμάρτη, μέρη που πριν από το 1979 δεν είχαν απολύτως καμία ομοιότητα με τις ελληνικές πόλεις. Μία ακόμα απόδειξη πως το κοινό νόμισμα μεταφράζεται και στα μνημεία του πολιτισμού, κορυφαίο των οποίων είναι σίγουρα η κοινή εξωτερική όψη των πόλεων. Το μεγάλο πρόβλημα βρίσκεται στο ότι μέσα σε αυτήν την ομοιομορφία – πανομοιότυπες πινακίδες, κοινά οικονομικά προγράμματα, κοινό νόμισμα – ο λαός που δεν έχει τη δυνατότητα να προσφέρει πρωτότυπη πρόταση ζωής κινδυνεύει άμεσα να εξαφανιστεί. Και είναι αλήθεια ότι μέχρι σήμερα η Ευρώπη δίνει τις ιδέες και η Ελλάδα μονάχα αντιγράφει, χωρίς να προσφέρει η ίδια την πρόταση της. Το πρώτο θετικό βήμα, της  εντάξεως, η Ελλάδα το έκανε. Μένει από εδώ και πέρα να κάνει και το δεύτερο αποφασιστικό βήμα που δεν είναι άλλο από το να προσφέρει και αυτή πρωτότυπες ιδεές και οι άλλοι να την ακολουθούν˙ διαφορετικά δεν θα γίνει ποτέ ισότιμο μέλος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως.       
          Σε αυτή την πραγματικότητα μόλις ξέσπασε η οικονομική κρίση, η οικονομία της ελληνικής κοινωνίας ήταν η πρώτη των ευρωπαϊκών χωρών που έπεσε και βρέθηκε σε δεινή κρίση, ενώ κατείχε το πιο ισχυρό νόμισμα, το ευρώ. Αυτό έγινε γιατί η ελληνική κοινωνία δεν είχε την κατάλληλη παιδεία που απαιτούνταν για να διαχειριστεί ένα τόσο υψηλό νόμισμα. Πράγματι το είχε υιοθετήσει ουσιαστικά ως συνάλλαγμα. Μέσα σε μία μέρα, αρχές του 2002, από την δραχμή, ένα επαρχιωτικό νόμισμα με πάρα πολλές διαιρέσεις, βρέθηκε στο πιο ισχυρό νόμισμα του κόσμου, ωσάν να είχε κάνει συνάλλαγμα, όπως έκανε μέχρι τότε με το δολάριο. Η διαφορετική αντίληψη των ευρωπαϊκών χωρών για το νόμισμα φάνηκε πολύ καθαρά μόλις υιοθέτησαν όλες το ίδιο νόμισμα. Διαφορετικά το χειρίστηκαν οι Γερμανοί, διαφορετικά οι Γάλλοι, διαφορετικά οι Ιταλοί, διαφορετικά οι Έλληνες. Η παρακολούθηση της σειράς με την οποία έπεσαν οι ευρωπαϊκές οικονομίες (Ελλάδα, Ιρλανδία, Πορτογαλία,) φανερώνει ποια είναι η περισσότερο αδύναμη οικονομία, ώστε να φτάσουμε διαδοχικά στην πιο ισχυρή. Επίσης ένα πολύ λυπηρό σημείο είναι ότι μόνο στην Ελλάδα χρεωκόπησε το ίδιο το κράτος. Σε όλες τις άλλες χώρες, συμπεριλαμβανομένης και της Κύπρου, χρεωκόποησαν μόνο οι τραπέζες. Είναι πολύ πιο προσβλητικό να χρεωκοπήσει το κράτος, γιατί το κράτος είναι η πιο πρακτική έκφραση του ίδιου του λαού. Οι τράπεζες είναι κάτι διαφορετικό, πέρα από το γεγονός ότι χρεωκοπία του κράτους σημαίνει εκ των πραγμάτων χρεωκοπία και των τραπεζών.         
          Μέσα σε αυτό το κλίμα πρέπει να προβούμε και σε μία άλλη διαπίστωση. Το μεγαλύτερο μέρος των Γερμανών πολιτών δεν κατέχει δικό του σπίτι, αλλά η πλειοψηφία των Γερμανών νοικιάζει το σπίτι, στο οποίο κατοικεί. Μόνο οι πολύ πλούσιοι Γερμανοί αγοράζουν δικό τους σπίτι. Το ίδιο συμβαίνει και στην Ελβετία και στη Σουηδία. Στην Ελβετία δε, τα τελευταία πέντε χρόνια, ελάχιστοι είναι εκείνοι που αγοράζουν το σπίτι τους. Επιπλέον παρατηρούμε ότι στη Σουηδία οι υψηλόμισθοι υπάλληλοι του κράτους το 70% του μισθού τους το επιστρέφουν στο κράτος με τη μορφή ποικίλων φόρων. Η απουσία ιδιοκατοίκησης και η βαριά φορολογία των υψηλόμισθων θα πρέπει να προσεχθούν ιδιαίτερα από τους σημερινούς Έλληνες πολίτες. Ο Γερμανός πολίτης δεν επιδιώκει να αγοράσει δικό του σπίτι, έτσι ώστε να τυγχάνει ελαφράς φορολογίας και να εμφανίζεται στο κράτος χωρίς ιδιοκτησία. Η νοοτροπία του αυτή απορρέει από την διαφορετική αντίληψη που έχει για την γερμανική κοινωνία από αυτή που έχει ο Έλληνας για την ελληνική. Ο Γερμανός, όπως και ο Σουηδός, πιστεύουν πως όλο το κράτος, στο οποίο κατοικούν, είναι μια κοινότητα. Αντιθέτως ο Έλληνας δεν νιώθει το ελληνικό κράτος ως δική του κοινότητα και γι’ αυτό πιστεύει πως η ιδιοκατοίκηση του εξασφαλίζει μια ασφάλεια. Δεν είναι τυχαίο ότι παράλληλα στην ελληνική κοινωνία παρουσιάζονται έντονα φαινόμενα φοροδιαφυγής. Κάτι που είναι αδιανόητο, ή τουλάχιστον τρομερά μειωμένο, στις ανεπτυγμένες ευρωπαϊκές χώρες. Δεν μπορεί κανείς να αρνηθεί πως η έντονη παρουσία φοροδιαφυγής σε μία χώρα δεν σημαίνει τίποτα άλλο από την παντελή έλλειψη της έννοιας του κράτους ως κοινότητος. Όμως είναι αδιανόητο και όλοι οι Έλληνες να έχουν τη δυνατότητα να αγοράσουν δικό τους σπίτι. Όταν ξέσπασε η οικονομική κρίση η απορία αυτή λύθηκε αμέσως, καθώς διαπιστώθηκε πως η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων είχε αγοράσει δικό της σπίτι, αλλά με δάνειο. Το τραγικό είναι πως οι Έλληνες πολίτες, ακριβώς επειδή είχαν πολύ ανεπτυγμένη την ιδιοκατοίκηση, θεωρήθηκαν ιδιαίτερα πλούσιοι και φορολογήθηκαν αγρίως για την μόνιμη κατοικία τους (είναι αλήθεια πως μόνο η Ελλάδα εμφανίζει τόσο υψηλό δείκτη ιδιοκατοίκησης). Αν η πλειοψηφία των Ελλήνων νοίκιαζε το σπίτι που κατοικούσε, όπως συμβαίνει στους πραγματικά πλούσιους λαούς της Ευρώπης, τότε οι Έλληνες πολίτες θα είχαν αποφύγει αυτόν τον σκόπελο της άγριας φορολογίας. Το μοιραίο, που συνέβη στην περίπτωση των Ελλήνων, ήταν ότι αγόρασαν δικό τους σπίτι με δάνειο και επομένως η ιδιοκατοίκησή τους δεν ήταν ακριβής. Γι’ αυτό το λόγο βρέθηκαν την ίδια ώρα να πληρώνουν το δάνειο του σπιτιού στην τράπεζα και να είναι υποχρεωμένοι ταυτοχρόνως να υποβάλλουν και άγρια διπλή και τριπλή φορολογία. Είναι φανερό δείγμα μιας κοινωνίας, η οποία δεν παράγει. Όλες οι αυτοκρατορίες του παρελθόντος (αναφερόμαστε  σ΄ αυτές καθώς τότε δεν υπήρχαν τα σημερινά εθνικά κράτη) λίγο πριν πέσουν ως μόνη πηγή κρατικών εσόδων είχαν τον φόρο ακινήτων και τα τελωνεία, εφόσον δεν παρήγαγαν. Ο Κάρολος Ντυλ μας πληροφορεί πως τον 14ο αιώνα «η καταστροφή της βυζαντινής οικονομίας ήταν αναπόφευκτη. Οι κύριες πηγές εσόδων της αυτοκρατορίας ήταν ο φόρος ακινήτων και τα τελωνεία. Παρά τις απαιτήσεις του δημοσίου ταμείου, ο φόρος εισπραττόταν με δυσκολία και απέφερε ανεπαρκείς πόρους στο δημόσιο ταμείο»[5], για να συμπληρώσει αμέσως παρακάτω πως : «στα μέσα του 14ου αιώνα, ο αυτοκράτορας Ιωάννης Κατακουζηνός δηλώνει : ¨Δεν υπάρχουν πια χρήματα. Τα αποθέματα έχουν ξοδευτεί, τα αυτοκρατορικά κοσμήματα έχουν πουληθεί, και οι φόροι δεν εισπάττονται πια. Η χώρα έχει καταστραφεί εντελώς¨».[6]              
          Η Ορθόδοξη Εκκλησία στην Ελλάδα βρέθηκε και αυτή απέναντι σε μια τέτοια οικονομική κατάσταση. Όχι μόνο Έλληνες Ορθόδοξοι κληρικοί και θεολόγοι βρέθηκαν προσωπικά υπερχρεωμένοι με ανάλογα δάνεια, αλλά και η Εκκλησία ως θεσμός δεν είχε προλάβει να εκσυγχρονίσει τον τρόπο ενοικίασης των ακινήτων της, τα οποία αποτελούν την περιβόητη εκκλησιαστική περιουσία. Η ποιμαντική της δεν μπορεί να είναι άμοιρη, όχι μόνο της οικονομικής κρίσεως, αλλά και της υψηλής παιδείας που απαιτείται για τη χρήση ενός πολύ σπουδαίου νομίσματος.
          Η Εκκλησία πολλές φορές στην ιστορία της προβληματίστηκε για το χρήμα, καθώς πολύ μεγάλοι Πατέρες της Εκκλησίας ήταν ιδιαίτερα πλούσιοι. Αυτό συνέβηκε και με τους τρεις Ιεράρχες οι οποίοι είχαν ιδιαίτερο πλούτο, ο οποίος παρατηρείται και στα κείμενά τους. Νομίζω αξίζει τον κόπο να δούμε τη σκέψη των μεγάλων Εκκλησιαστικών Πατέρων για τον πλούτο. Ο Μέγας Βασίλειος έχει συγγράψει ένα έργο με τον τίτλο Εἰς τόν 48ο ψαλμό όπου σημειώνει τα εξής: «Μην πτοείσαι όταν πλουτίσει κάποιος κακός άνθρωπος ή αυξηθεί η οικογενειακή του δόξα. Υπάρχει ο Δαυίδ για να σε καθησυχάσει. Ίσως να το είπε ειδικά για σένα: ¨Μην πτοείσαι όταν πλουτίσει κάποιος άδικος άνθρωπος¨. Είναι σίγουρο ότι ο πλούτος του φέρνει ευτυχία; Και όταν πεθάνει δεν θα πάρει τίποτα μαζί του. Ένα ένδυμα για να κρύψει την ασκήμια του εκείνη την ώρα. Μην είσαι μικρόψυχος με τον πλουτισμό άδικων ανθρώπων. Σκέψου είναι η πρώτη και τελευταία προς αυτούς φιλανθρωπία».
          Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, επίσης πολύ πλούσιος Πατέρας της Εκκλησίας, στο έργο του Μή φοβοῦ ὅταν πλουτίσει ἄνθρωπος, Ὁμιλία α΄ ρωτά: «Είναι δυνατόν να σωθεί ο πλούσιος; Βεβαιότατα. Ο Ιώβ ήταν πλούσιος, ο Αβραάμ ήταν πλούσιος. Είδες τα πλούτη του; Δες και τη φιλοξενεία του. Είδες το πλούσιο τραπέζι του; Δες και την περιποιητικότητά του. Τι έκανε λοιπόν ο Αβραάμ; Αφού άφησε σπίτι, γυναίκα, παιδιά και υπηρέτες αν και είχε 318, αφού τους άφησε όλους βγήκε και άπλωσε το δίχτυ της φιλοξενίας μην τυχόν περάσει κανένας οδοιπόρος, κανένας ξένος και προσπεράσει το σπίτι του.».
          Ο Μέγας Βασίλειος καθώς ερμηνεύει τον 33ο ψαλμό της Παλαιάς Διαθήκης, το στίχο 7: «Αυτός εγώ ο φτωχός φώναξα και ο Κύριος με άκουσε με ευμένεια» για να σχολιάσει: «Δεν είναι πάντοτε αξιέπαινη η φτώχεια αλλά εκείνη που κατορθώνεται με τη διάθεση σύμφωνα με το σκοπό του Ευαγγελίου. Γιατί πολλοί είναι φτωχοί ως προς την περιουσία, αλλά έχουν πλεονεκτική διάθεση. Αυτούς δεν τους σώζει η φτώχεια, αλλά τους καταδικάζει η διάθεση. Δεν είναι πάντοτε άξιος μακαρισμού ο φτωχός, αλλά εκείνος που θεώρησε την εντολή του Χριστού ανώτερη από τους θησαυρούς του κόσμου».
          Είναι γνωστό πως και η Παλαιά Διαθήκη και ο Χριστός και οι Πατέρες της Εκκλησίας καταδικάζουν σφόδρα τον τόκο. Πράγματι ο τόκος νομιμοποιήθηκε μόνο από το 1580 και μετά, μετά την προτροπή του Καλβίνου, ο οποίος για πρώτη φορά εισηγήθηκε την νομιμοποίηση του τόκου. Ο Μέγας Βασίλειος στο έργο του Εἰς τόν ΙΔ΄ ψαλμό καί περί τοκιζόντων σημειώνει χαρακτηριστικά: «Ζητάς χρήματα από έναν φτωχό; Αν ήταν πλούσιος και μπορούσε να σε κάνει πλουσιότερο, για ποιο λόγο θα ερχόταν έξω από την πόρτα σου; Ήρθε να σε βρει σύμμαχο και σε βρήκε εχθρό. Ενώ έπρεπε να ανακουφίσεις τη φτώχια του δυστυχισμένου αυτού ανθρώπου, εσύ αντίθετα αυξάνεις τη στέρηση, ζητώντας να πάρεις καρπούς από την έρημο. Σαν το γιατρό που επισκέπτεται τους αρρώστους και αντί να τους βοηθήσει να αναρρώσουν, αυτός τους αφαιρεί και την ελάχιστη δύναμη που τους έχει απομείνει». Στο ίδιο έργο ο ιερός Πατήρ θα σημειώσει: «Ο δίκαιος δεν πρέπει ποτέ να δανείζει τα χρήματά του με τόκο. Σε πολλά μέρη της Αγίας Γραφής καταδικάζεται αυτή η αμαρτία. Ο προφήτης Ιεζεκιήλ περιλαμβάνει ανάμεσα στα πιο μεγάλα αμαρτήματα και το να παίρνει κανείς τόκο και επιπλέον χρήματα (Ιεζεκιήλ 22,12). Αλλά και ο Μωσαϊκός νόμος απαγορεύει κατηγορηματικά τον τοκισμό: δεν θα τοκίσεις χρήματα στον αδερφό σου και στον πλησίον (Δευτερονόμιο 23,20-21). Στο έργο του Πρός Πλουτοῦντας σημειώνει: «Τι θα απολογηθείς στον Κριτή εσύ που ντύνεις τοίχους και δεν ντύνεις άνθρωπο, εσύ που στολίζεις τα άλογα και περιφρονείς τον γυμνό αδερφό σου;». Στο έργο Ἐπιστολή 188η Ἀμφιλοχίῳ Περί Κανόνων σημειώνει : «Εκείνος που παίρνει τόκους αν δεχθεί να διαθέσει στους φτωχούς τα άδικα κέρδη του και να απαλλαγεί στο εξής από την αρρώστια της φιλοχρηματίας, γίνεται δεκτός στην ιεροσύνη». Αλλά και στο προαναφερθέν έργο του Εἰς τόν ΙΔ΄ Ψαλμό καί περί Τοκιζόντων θα ξανασημειώσει: «Να μην δεχθείς ποτέ δανειστή που σε πολιορκεί για να σου δώσει δάνειο. Το δάνειο είναι η αρχή του ψεύδους. Είναι αφορμή αχαριστίας, αγνωμοσύνης και επιορκίας. Είσαι φτωχός τώρα αλλά και ελεύθερος. Όταν δανειστείς όχι μόνο δεν θα πλουτίσεις αλλά θα χάσεις και την ελευθερία σου». Όμως δεν μπορούμε να μην σημειώσουμε και την προτροπή του στο ίδιο έργο Εἰς τόν ΙΔ΄ Ψαλμό καί περί Τοκιζόντων: «Να δανείζετε σε εκείνους που δεν ελπίζετε να πάρετε πίσω τα δανεισθέντα» φράση που είναι γραμμένη στο Κατά Λουκάν Ευαγγέλιο 6,34.
          Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος στο έργο του Εἰς Ματθαῖον 44η : «Ο πλούτος έχει δύο ελαττώματα αντίθετα μεταξύ τους. Το ένα είναι η μέριμνα που δημιουργεί ένταση και το άλλο είναι η καλοπέραση που μας κάνει μαλθακούς. Όλα όσα έχουν σχέση με τον πλούτο είναι απατηλά. Είναι δηλαδή νοήματα που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Γιατί η ηδονή και η δόξα και ο καλλωπισμός και όλα τα παρόμοια είναι μια φαντασία και όχι η πραγματική αλήθεια». Επιπλέον ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος στο έργο του Ἐγώ ὁ Κύριος ὁ Θεός ἐποίησα φῶς καί σκότος θα σημειώσει: «Ο πλούτος φαίνεται σε πολλούς ότι είναι κάτι καλό, αλλά γενικά δεν είναι καλός αν δεν το χρησιμοποιεί κανείς όπως πρέπει. Αν βέβαια ο πλούτος ήταν γενικά κάτι καλό θα ήταν καλοί και αυτοί που τον κατείχαν. Εφόσον όμως δεν είναι ευάρεστοι όλοι οι πλούσιοι, αλλά μόνο εκείνοι που κάνουν καλή χρήση, άρα δεν είναι καλός».
          Καταλαβαίνει κανείς εύκολα πως σήμερα δεν μπορούμε να είμαστε αρνητικοί απέναντι τόκο. Από την εποχή των μεγάλων Πατέρων μεσολάβησε ο Καλβίνος, κορυφαίος εκπρόσωπος του Προτεσταντισμού, ο οποίος για πρώτη φορά στη Γενεύη της Ελβετίας νομιμοποίησε τον τόκο, κάτι που αρνείται η Αγία Γραφή, καθώς πίστευε πως με αυτό τον τρόπο περιοριζόταν η διαφθορά. Η σκέψη του ήταν ιδιαίτερα ευφυής για την απανθρωπιά του Μεσαίωνα και η απόδειξη είναι πως όλος ο μετέπειτα πολιτισμός υιοθέτησε την άποψη του. Αν υιοθετήσουμε την άρνηση του τόκου θα γίνουμε ακριβώς όπως οι Μουσουλμάνοι, οι οποίοι αρνούνται μέχρι και σήμερα τον τόκο – το Κοράνι είναι αρνητικό για την νομιμοποίηση του – ή τους συντηρητικούς Εβραίους, οι οποίοι επίσης δεν δέχονται τον τόκο, ακολουθούμενοι βέβαια την Παλαιά Διαθήκη, όπου, όπως είδαμε, καταδικάζεται ο τόκος. Άλλωστε δεν πρέπει να παραβλέψουμε το γεγονός ότι η Ελβετία, ως η μήτρα της νομιμοποιήσεως του τόκου, εμφανίζει σήμερα πολύ χαμηλά επιτόκια στο δανεισμό των ασθενέστερων τάξεων και από τα υψηλότερα επίπεδα διαβίωσης των πολιτών της. Ίσως δεν θα πρέπει να ξεχνούμε πως εκεί βρίσκεται η συντριπτική πλειοψηφία των διεθνών οργανισμών προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τα οποία έχουν επισκεφθεί όλοι οι Προκαθήμενοι των Ορθοδόξων Εκκλησιών, αλλά και η Λωζάνη, όπου έσπευσε να υπογράψει την ομώνυμη ιστορική συνθήκη ο Ελευθέριος Βενιζέλος το 1923, με αβάσταχτο κόστος την ανταλλαγή των πληθυσμών, αλλά με σκοπό μία ανεπτυγμένη και ακμάζουσα Ελλάδα κατά τα σύγχρονα διεθνή πρότυπα. Το τραγικό λάθος των εκλογών του 1920 έτρεξε αμέσως να το διορθώσει το 1923 μεσολαβούσης δυστυχώς της Μικρασιατικής Καταστροφής. Παρότι όμως δεν μπορούμε να υιοθετήσουμε την αποστροφή για τον τόκο, μπορούμε όμως να υιοθετήσουμε την τακτική των Πατέρων, η οποία είναι ιδιαίτερα σύγχρονη. Έκλεψαν τα πιο σύγχρονα στοιχεία του τότε πολιτισμού για να βιώσουν και να διαδώσουν το Ευαγγέλιο.
          Το βυζαντινό όμως παρελθόν του ελληνισμού δεν έχει νόημα να καταστεί φωτεινό παράδειγμα για τον σύγχρονο ελληνισμό απλώς με την παραπομπή κάποιων πατερικών χωρίων, αλλά με το συνολικό πολιτισμό του, κεντρικό κομμάτι του οποίου είναι η διατύπωση του χριστιανικού δόγματος. Ο Κάρολος Ντύλ υπογραμμίζει πως στη βυζαντινή εποχή «δίπλα στην ιστορία, η θεολογία είναι ασφαλώς η επιστήμη που ενδιέφερε περισσότερο τη βυζαντινή σκέψη˙ και σ’ αυτή την περίπτωση είναι αναμφισβήτητο ότι αυτή η θεολογική λογοτεχνία ήταν, τουλάχιστον ως τον 12ο αιώνα, πολύ ανώτερη από την αντίστοιχη παραγωγή της Δύσης. Η αφθονία αυτής της θεολογικής φιλολογίας είναι αξιοθαύμαστη. Ο συνεχής αγώνας κατά των διαφόρων αιρέσεων, μονοφυσιτισμού, μονοθελητισμού, εικονομαχίας, που αναστάτωσαν τον βυζαντινό κόσμο από τον 5ο ως τον 9ο αιώνα και αργότερα η πολεμική κατά της ειδωλολατρίας και του ιουδαϊσμού, κατά των Μουσουλμάνων και κυρίως κατά των Λατίνων, η συνεχής φροντίδα για την υπεράσπιση της ορθοδοξίας και την παγίωση του δόγματος, οδήγησαν στη γέννηση ενός πλήθους έργων».[7] Ο ίδιος βυζαντινολόγος σημειώνει με έμφαση πως η έλλειψη πρωτοτυπίας στη διατύπωση του δόγματος από τον 12 αιώνα και μετά, ήταν η θεωρητική έκφραση της οικονομικής καταρρεύσεως της αυτοκρατορίας.[8]             

          Ο ορθόδοξος ιερέας τι θα μπορούσε να κάνει σήμερα απέναντι στη σύγχρονη οικονομική κρίση; Μερικά παραδείγματα θα ήταν ιδιαίτερα χρήσιμα. Στην προσπάθεια του να οργανώσει οικονομικά την ενορία ο ιερέας, αρχής γενομένης με τη φορολογική δήλωση της ενορίας, θα πρέπει να απευθυνθεί στο καλύτερο φοροτεχνικό γραφείο της Ελλάδος, και όχι της περιοχής του. Το διαδίκτυο καθιστά όλη τη χώρα μία γειτονιά. Η Αλεξανδρούπολη σήμερα βρίσκεται δίπλα στο Ηράκλειο της Κρήτης. Αυτό με τη σειρά του καθιστά ανταγωνιστικό το λογιστή της γειτονιάς καθώς γνωρίζει πως με την παρουσία του διαδικτύου η πελατεία του δεν είναι εξασφαλισμένη, αν δεν παρέχει τις καλύτερες υπηρεσίες. Η τοπική απόσταση είναι πλέον ξεπερασμένη λόγω των υπερσύγχρονων ηλεκτρονικών μέσων. Ο ιερέας για να εντοπίσει το καλύτερο γραφείο θα πρέπει να ψάξει ένα φοροτεχνικό γραφείο όπου δεν θα ξέρει τα πρόσωπα, αλλά θα αποτελείται από πολλούς λογιστές, δηλαδή θα είναι μία ανώνυμη εταιρεία. Ένα τέτοιο γραφείο, δηλαδή μία ανώνυμη εταιρεία με φοροτεχνικές υπηρεσίες, θα το εντοπίσει πολύ εύκολα στα μεγάλα αστικά κέντρα και πολύ δύσκολα στις μικρές κωμοπόλεις. Όσο πολύπλοκο και να είναι κάποιο πρόβλημα της ενορίας του, οι πολλοί υπάλληλοι, με τους οποίους δεν διατηρεί προσωπική γνωριμία, θα του εξασφαλίσουν σύντομα τη λύση του προβλήματος στα χρονικά διαστήματα που θα απαιτεί. Αν υποκύψει στον πειρασμό να απευθυνθεί σε κάποιον γνωστό λογιστή, εξαιτίας απλώς της προσωπικής τους γνωριμίας, θα βρεθεί σκλαβωμένος χωρίς να λύσει τα προβλήματα της εορίας του.
          Ένας πρώτος, εξωτερικός τρόπος, για να εντοπίσει το καλύτερο γραφείο είναι η αμοιβή που απαιτεί να είναι ακριβότερη από τα υπόλοιπα φοροτεχνικά γραφεία. Το ακριβότερο γραφείο είναι η καλύτερη εγγύηση πως υπερτερεί έναντι των άλλων (άλλωστε το συγκεκριμένο δεν είναι τελικά το ακριβότερο, γιατί οι υψηλές του υπηρεσίες θα αποφέρουν σημαντικότατα κέρδη σε βάθος χρόνου συν το γεγονός ότι εκ των πραγμάτων η οικονομική του διαφορά θα είναι ελάχιστη από τα υπόλοιπα˙ αυτό είναι το όφελος του δυνατού νομίσματος, όπως το ευρώ). Η μετέπειτα εμπειρία του θα επαληθεύσει αυτήν την εκτίμηση καθώς πάντοτε στην ιστορία της ανθρωπότητας το χρήμα είναι η εξωτερική μορφή του πολιτισμού που το χρησιμοποιεί. Μορφωμένος πλέον ο ιερέας κοινωνικά, θα ξαναγυρίσει στο φοροτεχνικό γραφείο της γειτονιάς του μόνο αν διακρίνει σύγχρονη οργάνωση, μακριά από προσωπικές γνωριμίες και εξαρτήσεις. Το υψηλά οργανωμένο λογιστικό γραφείο θα του προτείνει νόμιμες οικονομικές διευκολύνσεις, οι οποίες προβλέπονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά απαιτούν υψηλή γνώση, την οποία είναι σε θέση να του βρουν μόνο τα άρτια επιστημονικά οργανωμένα γραφεία. Ο ιερέας αρκεί να είναι σε θέση να τα εντοπίσει και όχι να τα γνωρίζει ο ίδιος. Μόνο με αυτόν τον τρόπο η κοινωνία βρίσκεται στην υπηρεσία του πολίτη. Ο ιερέας, ως δημόσιο πρόσωπο στην Ελλάδα, πρέπει να είναι ο πρώτος που θα το γνωρίζει.
          Η χρήση μεγάλων γραφείων ή ανώνυμων εταιρειών για την εξυπηρέτηση των σύγχρονων κοινωνιών και οικονομιών δεν είναι άσχετη με την ιστορία του ελληνισμού και της Ευρώπης. Οι ανώνυμες εταιρείες έχουν πάντοτε ένα επίθετο – όνομα π.χ. Παπαδόπουλος Α.Ε. και δεν είναι ανώνυμες. Απλώς υπάρχει μόνο το όνομα του προσώπου που κατέχει το μεγαλύτερο ποσοστό τις μετοχές της εταιρείας και οι υπόλοιποι δεν εμφανίζονται στην επωνυμία.  Γιατί υπάρχει ένα επίθετο; Τα επίθετα είναι κατάκτηση της δυτικής Ευρώπης και όχι της Ανατολής. Στο Βυζάντιο επίθετο είχαν μόνο οι αυτοκράτορες όπως Κομνηνός, Παλαιολόγος,[9] Άγγελος,[10] οι οποίοι ανήκαν στις μεγάλες αυτοκρατορικές δυναστείες, και όχι οι υπήκοοι. Ακόμα και ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός, γόνος μεγάλης οικογένειας και ο γιος του υπουργού των οικονομικών, δεν είχε επίθετο.[11] Όταν έπεσαν οι βυζαντινοί αυτοκράτορες, η Δύση άρχισε να δίνει επίθετα στους απλούς ανθρώπους καθώς σταδιακά αποκτούσαν ανθρώπινα δικαιώματα και γίνοταν πολίτες. Η μετάβαση, μέσα από αιματηρούς αγώνες, από την έννοια του υπηκόου στην έννοια του πολίτη με σταθμούς τη Γαλλική, τη βιομηχανική και την Αμερικανική επανάσταση, φάνηκε εξωτερικά με την παρουσία των επιθέτων στη ζωή των απλών ανθρώπων. Μετά από αυτήν την εξέλιξη οι βασιλείς στη Δύση έχασαν το επίθετο, ώστε να διαφοροποιηθούν από το λαούς. Αυτή είναι άλλωστε και η κυριότερη εξωτερική διαφορά μεταξύ των δυτικών ευγενών και των βυζαντινών αυτοκρατόρων˙ οι βυζαντινοί είχαν επίθετο, ενώ οι δυτικοί όχι καθώς ήδη επίθετο απέκτησαν οι πολίτες.
          Οι περισσότεροι Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως κατά τη βυζαντινή περίοδο ήταν πρώτα ξαδέρφια των αυτοκρατόρων. Οι υπόλοιποι προκαθήμενοι των πρεσβυγενών πατριαρχείων ήταν γνώστες αυτής της πραγματικότητος (και ο ίδιος ο Πάπας, ο οποίος επίσης τότε ήταν μακρυά από την εξουσία της Κωνσταντινουπόλεως), και γι’ αυτό πολύ εύκολα αναγνώριζαν ως αιρετικούς τους Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως και πολύ δυσκολότερα τους υπόλοιπους. Μάλιστα δεν δίσταζαν να δίνουν το όνομα του Κωνσταντινουπόλεως σε ολόκληρη την αίρεση όπως έγινε με τον Νεστόριο, όπου η αίρεση ονομάστηκε Νεστοριανισμός, ενώ οι αντίπαλη αίρεση δεν ονομάστηκε Ευτυχιανισμός από τον Ευτυχή, αλλά μονοφυσιτισμός. Η παρουσία επιθέτου στους απλούς ανθρώπους έφερε τις ανώνυμες εταιρείες και την παραγωγή στη ζωή των απλών ανθρώπων. Η σημερινή υπεροχή των δυτικών λαών στον εθνικό τους πλούτο και ταυτόχρονα η τόσο μειωμένη ανεργία τους, είναι απόρροια του γεγονότος ότι καλλιέργησαν τα ανθρώπινα δικαιώματα.        
          Η οικονομική άνεση που θα εξασφαλίσει στον σημερινό ιερέα το καλύτερα οργανωμένο φοροτεχνικό γραφείο, θα του δώσει τη δυνατότητα να αναδείξει σταδιακά το ευαγγέλιο μέσα στην κοινωνία, με προσεκτικές, μελετημένες κινήσεις. Καταρχήν θα μπορέσει να νοικιάσει την καλύτερη εταιρία security για την ασφάλεια και του ίδιου του ιερού ναού και των αντικειμένων των πιστών την ώρα της θείας λειτουργίας. Η αίσθηση της ασφάλειας του ποιμνίου κατά την ώρα της θείας λειτουργίας είναι το πρώτο βήμα για να αγκαλιάσει ο κόσμος το λειτουργικό τυπικό. Κατόπιν θα εξασφαλίσει το προσωπικό που θα είναι υπεύθυνο για την τήρηση της τάξης την ώρας της θείας λειτουργίας και των ιερών μυστηρίων. Ειδικό έμμισθο προσωπικό που θα παραλαμβάνει τον πιστό την ώρα του ιερού μυστηρίου από την πόρτα του ναού και θα τον τοποθετεί στη θέση του. Η ηρεμία, η ησυχία και κυρίως η τάξη την ώρα της λατρείας, είναι οι πιο βασικές προϋποθέσεις για την προσευχή και τη βίωση των αγιασμένων κειμένων της Εκκλησίας μας. Με τον καιρό και την καλλιέργεια της συγκεκριμένης νοοτροπίας στην ενορία ο ιερέας θα προβεί στο επόμενο βήμα και στην τύπωση φυλλαδίου με το κείμενο των ιερών μυστηρίων, το οποία θα βρίσκεται σε κάθε στασίδι και θα δίδεται στον πιστό, από το ειδικό προσωπικό, κατά την ώρα της ακολουθίας. Οι γάμοι, οι βαφτίσεις, οι εξόδιες ακολουθίες, αλλά και η ίδια η θεία λειτουργία θα αποκτήσουν την ιεροπρέπεια και την ησυχία που τους αρμόζει, κάτι που λείπει δυστυχώς από τις σημερινές ελλαδικές ενορίες. Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί πως τότε μόνο το ποίμνιο θα γνωρίσει τον λατρευτικό πλούτο της εκκλησίας μας, αποφεύγοντας τα γνωστά εκείνα βαρετά για τη μετάφραση των κειμένων. Όλοι θα ζητούν να τελέσουν το γάμο τους σε μία τέτοια ενορία όχι μόνο γιατί θα εξασφαλίζουν την τάξη στο γάμο τους, αλλά και γιατί θα καταλαβαίνουν τι είναι ακριβώς το ιερό μυστήριο το γάμου. Στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, στα οποία ανήκει η Ορθόδοξη Εκκλησία της ελληνικής επικράτειας, παρέχονται φοβερές διευκολύνσεις καθώς είναι νομικά πρόσωπα κοινής ωφέλειας του λαού και είναι ιστορικό έγκλημα οι ορθόδοξοι ιερείς του ελλαδικού χώρου να το αγνοούν. Η συγκεκριμένη υψηλή κοινωνική συμπεριφορά του ορθοδόξου ιερέως, θα τον βοηθήσει να αποκτήσει σύντομα την εμπιστοσύνη του οικείου Ιεράρχου, καθώς ο Επίσκοπος θα διαπιστώνει καθημερινά πως έχει δίπλα του ένα σύγχρονο και δημιουργικό συνεργάτη.
          Όλοι οι ιερείς μπορεί να είναι εργατικοί και φιλότιμοι, όμως αυτό δεν αρκεί αν δεν γίνεται με τα σύγχρονα ευρωπαϊκά μέσα, με άλλα λόγια αν δεν είναι σύγχρονοι παραγωγοί ιστορίας. Αυτό ισχύει βέβαια ισχύει και για τη φιλανθρωπία. Δεν είναι τυχαίο πως φιλανθρωπικοί οργανισμοί διεθνούς εμβέλειας προσφέρουν σημαντικότατο φιλανθρωπικό έργο, δίπλα στο οποίο το έργο της Εκκλησίας είναι ισχυρά φτωχό. Ο αντίλογος πως η Εκκλησία δεν υπάρχει για τη φιλανθρωπία  δεν είναι αρκεί, καθώς θα υπάρξει ο αντίλογος πως στην πιο λαμπρή περίοδο του Βυζαντίου η Εκκλησία είχε έντονη φιλανθρωπική δράση, αντίστοιχη της οποίας είναι οι σύγχρονοι παγκόσμιοι φιλανθρωπικοί οργανισμοί. Απλώς η μακραίωνη απουσία της εκκλησίας από τον πολιτισμό λόγω Τουρκοκρατίας – στην Τουρκοκρατία έσωσε την ελληνική γλώσσα μέσω του θείας λατρείας, σεβαστό αλλά δεν έφτανε˙ μετά από ένα σημείο καταντούσε συντήρηση (αλλά και των τελευταίων αιώνων της βυζαντινής περιόδου καθώς η παρακμή είχε αρχίσει πολύ πριν το 1453) – τη φέρνουν αδύναμη να παρακολουθήσει τις εξελίξεις, με ιδιαίτερα φτωχή παρουσία, εμφανίζοντας ως απαντητική δικαιολογία τη φράση η φιλανθρωπία δεν είναι έργο της Εκκλησίας. Και η κοσμική φιλανθρωπία και η άλλη πρόταση της Εκκλησίας (που σίγουρα είναι κάτι πολύ περισσότερο από την φιλανθρωπία εφόσον είναι ο αγιασμός και η θεώση), αν δεν μεταφράζονται καθημερινά σε μορφή πολιτισμού κινδυνεύουν να καταντήσουν μία ωραιολογία ή ρομαντισμός.
          Από εκεί και πέρα όταν η όλη ποιμαντική συμπεριφορά και νοοτροπία του ιερέως κινείται εντός των σύγχρονων θεσμικών πλαισίων, ο ιερέας καθίσταται πραγματικός ποιμένας. Μάλιστα αυτή η νοοτροπία θα πρέπει να ξεκινά από την ίδια του την οικογένεια. Και στην προσωπική του ζωή θα πρέπει να αφομοιώσει την σύγχρονη ιστορία. Στις ανεπτυγμένες κοινωνίες, όπως η Σουηδία, οι πολίτες στην ετήσια φορολογική τους δήλωση εμφανίζουν μόνο το μισθό τους, χωρίς κανένα σχεδόν περιουσιακό στοιχείο. Ενδιαφέρονται ελάχιστα για την περιουσία και περισσότερο αν είναι εξασφαλισμένος δια βίου ο μισθός τους, ασχέτως αν είναι πενιχρός. Πολλοί εξ αυτών δεν έχουν ούτε αυτοκίνητο. Νοικιάζουν και το αυτοκίνητο και την κατοικία τους. Με την ελάφρυνση από την απουσία πληρωμής των τελών κυκολοφορίας, της ασφάλειας του αυτοκινήτου, αλλά και την πολυέξοδη συντήρηση του αυτοκινήτου, τα εισοδήματα τους εκ των πραγμάτων αυξάνονται αλλά και η ζωή τους αποκτά χρώμα. Νοικιάζουν όποτε θέλουν το αυτοκίνητο της αρεσκείας τους. Η συνεργασία τους με τις καλύτερες εταιρείες ενοικίασης αυτοκινήτων, τους επιτρέπει με την πάροδο του χρόνου και τη φερέγγυα συνεργασία να νοικιάζουν τα καλύτερα αυτοκίνητα στις πιο προσιτές τιμές (αυτοκίνητα που δεν θα μπορούσαν ποτέ να πλησιάσουν ως ιδιοκτήτες). Το πιο σπουδαίο είναι ότι οι πολίτες των βόρειων ευρωπαϊκών χωρών ενεργούν με αυτόν τον τρόπο ενσυνειδήτως, γιατί μόνο η συγκεκριμένη νοοτροπία τους εξασφαλίζει την ελευθερία από τις βιοτικές μέριμνες αυτού του κόσμου. Νιώθουν το περιβάλλον στο οποίο ζουν, π.χ. τις εταιρείες ενοικίασης αυτοκινήτων ή κατοικιών, ως πραγματική κοινότητα στην οποία ανήκουν οργανικά. Η αντίληψη αυτή απορρέει από την χριστιανική προτεσταντική παράδοση στην οποία ανήκουν, και την οποία κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει, γιατί μεταφράστηκε σε καθημερινό τρόπο ζωής. Η έλλειψη ιδιοκατοίκησης αλλά και κατοχής αυτοκινήτου ταιριάζει απόλυτα στην προτροπή του Κυρίου να μην μεριμνούμε για το αύριο αλλά να ζούμε όπως τα πετεινά του ουρανού, τα οποία δεν νοιάστηκαν ποτέ για την ένδυση ή την τροφή τους, και όμως ακόμα και ο Σολομών θα ζήλευε την μεγαλοπρέπεια τους. Η νοοτροπία των Ελλήνων στο συγκεκριμένο θέμα, μαρτυρά δυστυχώς το εντελώς διαφορετικό. Αν οι σημερινοί Έλληνες γνώριζαν την παράδοση τους θα είχαν φροντίσει να τη μεταφράσουν σε καθημερινό τρόπο ζωής, μέσω θεσμών, με εντελώς πρωτότυπο τρόπο δίνοντας το στίγμα τους στην Ευρώπη. Η βασίλισσα της Αγγλίας Βικτώρια, γιαγιά της νυν βασίλισσας της Αγγλίας Ελισσάβετ, όταν συζητούσε για την καθημερινή ζωή των βασιλείου της συνήθιζε πάντοτε να λέγει πως η Αγγλία είναι η χώρα της Βίβλου, εννοώντας ακριβώς την μετάφραση της Αγίας Γραφής στην καθημερινή ζωή των υπηκόων της.
          Οι πλούσιοι, όπως οι εφοπλιστές, οι βιομήχανοι, οι επιχειρηματίες καθώς είναι πολίτες του κόσμου γνωρίζουν πολύ καλά αυτήν την νοοτροπία και την εφαρμόζουν. Οι πλούσιες κατοικίες στις οποίες διαβιώνουν, εμφανίζονται νομικά ως συνεδριακά κέντρα των εταιρειών τους και οι ίδιοι ως απλοί υπάλληλοι αυτών των εταιρειών, που απλώς αναλαμβάνουν πρόεδροι του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας. Η ετήσια προσωπική φορολογική τους δήλωση είναι μία δήλωση ενός απλού μισθωτού και το υπηρετικό τους προσωπικό εμφανίζεται ως προσωπικό της εταιρείας, την οποία διοικούν. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο χρησιμοποιούν και τα αυτοκίνητα τους. Ανήκουν στις εφοπλιστικές εταιρείες και οι ίδιοι τα ενοικιάζουν. Καταλαβαίνουμε πόσο μακριά από αυτήν την πραγματικότητα βρίσκεται η επαρχιωτική νοοτροπία του Έλληνα, ο οποίος επιδιώκει συνεχώς την απόκτηση ακινήτων – η προσωπική φορολογική του δήλωση είναι πιο παχυλή από αυτή των επιχειρηματιών, αλλά και πόσο παράφωνη ακούγεται στα αυτιά του Ευρωπαίου η φράση πως μόνο οι μισθωτοί πιάνονται. Ο Ορθόδοξος ιερέας θα πρέπει να είναι ο πρώτος που θα υιοθετήσει τη συγκεκριμένη νοοτροπία στη ζωή του αν θέλει να γίνει παραγωγός ιστορίας και όχι μουσειακό είδος. Μόνο με αυτόν τον τρόπο θα γίνει φως για την κοινωνία : όχι μόνο αν κατέχει ελάχιστα περιουσιακά στοιχεία με ταπεινή συμπεριφορά, αλλά αν μπορεί να το δείξει με αφομοιωμένο τον σύγχρονο τρόπο ζωής. Η εποχή των κηρυγμάτων ταίριαζε στον Νικηφόρο Θεοτόκη και τον Μελέτιο Πηγά. Στον σημερινό κληρικό ταιριάζει η αφομοίωση της Ευρώπης, ακριβώς όπως στους Καππαδόκες Πατέρες ταίριαζε η αφομοίωση των φιλοσοφικών όρων της αρχαιοελληνικής πλατωνικής Ακαδημίας και το αριστοτελικού Λυκείου.
          Η ίδια συμπεριφορά πρέπει να υπάρχει και στην ηγεσία της Εκκλησίας. Άλλωστε αν ξεκινά από εκεί εύκολα διαχέεται και στον πυρήνα της Εκκησίας που είναι ο εφημέριος και στη βάση της που είναι το ποίμνιο. Νομίζω πως ένα παράδειγμα θα αρκούσε. Αν αύριο ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών συγκέντρωνε την Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος και ζητούσαν επιμόνως από τον Υπουργό Παιδείας της Ελλάδος να προσθέσει μόνο ένα άρθρο από τον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας της Ελλάδος που θα όριζε ότι δεν θα μπορούσε κάποιος να γίνει Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος αν ήταν άνω των 45 ή το πολύ των 50 ετών. Αμέσως θα ετίθεντο τα θεμέλια για να καταστεί η Εκκλησία το κέντρο του Ελληνισμού. Σε μία κοινωνία όπου το Σύνταγμα των Ελλήνων – δηλαδή το πιο αντιπροσωπευτικό κείμενο του σύγχρονου ελληνισμού – τονίζει πως ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας δεν μπορεί να είναι κάτω των 40 ετών (το ειρωνικό είναι πως έχουμε το πιο νέο Σύνταγμα στην Ευρώπη, μόλις του 1975) με τόσο, άλλωστε, μειωμένες αρμοδιότητες, η Εκκλησία της Ελλάδος ζητά μία τόσο προοδευτική πρόταση που θα τη συνοδεύει για τα επόμενα 100 χρόνια : οι νέοι στο προσκήνιο ως πρόταση της σύγχρονου ελληνισμού με κορυφαίο κομμάτι την Εκκλησία του. Αυτή πρέπει να είναι η απάντηση της θεσμικής Εκκλησίας στη σύγχρονη οικονομική κρίση με τόσο πρακτικές κινήσεις. Τα οικονομικά αίτια της κρίσης είναι για τη θεολογία μόνο εκκλησιολογικά. Μία τέτοια κίνηση θα έλυνε προβληματικές συμπεριφορές χρονίζουσες στη εκκλησία π.χ. το μεταθετό που τόσο έχει συζητηθεί και κατακριθεί στην εκκλησία, χωρίς κανένας ποτέ να δώσει αποτελεσματική λύση. Πληθώρα άλλων προβλημάτων λύνονται με την πρόσθεση του συγκεκριμένου άρθρου, όπως η σχέση των ιεραρχών με τους πολιτικούς και τους διανοουμένους καθώς όλοι θα θαυμάσουν τη σοβαρότητα των εκκλησιαστικών ταγών. Η σοβαρότητα βρίσκεται μόνο στην προοδευτικότητα και τη δροσιά˙ ποτέ στη στασιμότητα και στη μούχλα. Επιπλέον η πρόταση θα πρέπει να ισχύει από τον επόμενο Αρχιεπίσκοπο και μετά, όχι για το νυν. Με αυτόν τον τρόπο δεν χρεώνεται ένα πρόσωπο την αλλαγή, αλλά όλη η Εκκλησία. Μόνο όταν νιώθουμε και πορευόμαστε ως κοινότητα λύνονται τα οικονομικά προβλήματα (τα οποία για την Εκκλησία είναι μόνο θεολογικά – εκκλησιολογικά) και προχωρεί ο ελληνισμός.                            
          
          Το παρόν άρθρο ήθελε να δείξει πως τα οικονομικά αίτια της κρίσης είναι και εκκλησιολογικά. Η έλλειψη οργάνωσης, διαφάνειας και η φοροδιαφυγή δηλώνουν έλλειψη λόγου, λογικής αναλύσεως και επεξηγήσεως (δηλαδή συνέσεως και φρονήσεως), στοιχεία, τα οποία απουσιάζουν από τη ζωή των σημερινών Ελλήνων. Δεν λείπουν παντελώς από την προσωπική ζωή των Ελλήνων, όμως δεν είναι σε θέση να τα μεταφράσουν θεσμικά στη σύνολη ελληνική πραγματικότητα. Γι’ αυτό ήρθε η κρίση. Για τον θεολόγο η εν λόγω εικόνα είναι ιδιαίτερα αποκαρδιωτική, γιατί κάποτε ο λόγος χρησιμοποιήθηκε όχι μόνο στη ζωή των Ελλήνων αλλά και για ονομαστεί ο ίδιος ο Θεός. Το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος ονομάστηκε από τον Ιωάννη τον Ευαγγελιστή Λόγος, με Λ κεφαλαίο, (με τη φράση ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος ξεκινά το Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο). Ο Υιός είναι ο Λόγος του Πατρός, ασάρκως στην Παλαιά και ενσάρκως στην Καινή Διαθήκη.
          Η θεσμική επαναφορά του Λόγου και λόγου στη ζωή μας – και με κεφαλαίο Λ και με μικρό – θα μας βοηθήσει να βάλουμε τη βαθιά ανάλυση στη ζωή μας, εκφράζοντας καθημερινά, ως πρόταση, την πλουσιότατη παράδοση μας.
Δηλαδή να βγούμε από την κρίση.



Βιβλιογραφία
Αρβανίτη Χρ. Η πολιτική και κοινωνική θεωρία των Βυζαντινών κατά τον 11ο και 12ο αι. Μελέτη στο κείμενο του Κεκαυμένου Στρατηγικόν και στο ποίημα του Σπανέα, 2008, Θεσσαλονίκη
Auzepy MF. (1994). «De la Palestine a Constantinople (VIIIe – IXe siecles) : Etienne le Sabaite et Jean Damascene», στο Traveaux et Memoires 12, 1994, σελ. 183 – 218.
Diehl, Ch. (2010). Ιστορία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, μεγαλείο και παρακμή Β΄ τόμος (μετάφρ. Ελένη Ταμπάκη), Αθήνα
Kotter B. ωάννου Δαμασκηνο, κδοσις κριβς τς ρθοδόξου πίστεως. Die Schriften des Johannes von Damaskos, εκδ. B. Kotter, Walter – De Gruyter 1973, t. II (Patristische Texte und Studien 12)
 Louth, A. «St. John Damascene» στο Preacher and audience, M. B. Cunningham, P. Allen, 1998, σελ. 247 – 266.
Ματσούκα, Ν. (1992). «Μαθηματικές, φιλοσοφικές και θεολογικές έννοιες σε πατερικά κείμενα» στο Μυστήριον επί των ιερώς κεκοιμένων και άλλα μελετήματα, Θεσσαλονίκη, σελ. 209 – 245.   



[1] Το παρόν άρθρο στηρίχτηκε στην ομιλία που πραγματοποίησε ο συγγραφέας στους κληρικούς της Ιεράς Μητροπόλεως Γορτύνης και Αρκαδίας την 28η Φεβρουαρίου 2014 στις Μοίρες, κατόπιν προσκλήσεως του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Γορτύνης και Αρκαδίας κ. Μακαρίου. Δημοσιεύθηκε, ελαφρώς τροποποιημένη, στην Επιστημονική Επετηρίδα της Ιεράς Μητροπόλεως Πέτρας καί Χερρονήσου, συλλογικό επιστημονικό τόμο, που εκδίδεται προνοίᾳ του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πέτρας και Χερρονήσου κ. Νεκταρίου, τόμος Ε΄, Νεάπολις 2014, σελ. 209 – 228.   
[2] Πολύ χαρακτηριστικά ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής σημειώνει : «Πᾶς γάρ ἄρτιος ἀριθμός ἀκίνητος κέντρον οὐκ ἔχων˙ κίνησιν δέ τῷ πρό αὐτοῦ, ἡ τῷ μετ’ αὐτόν συντιθέμενος˙ ποιεῖ γάρ περιττόν ἀριθμόν. Πᾶς γάρ περιττός ἀριθμός κατ’ ἑαυτόν κινητός, κατά τήν τῶν ἄκρων αὐτοῦ πρός τό μέσον ἴσην ἀπόστασιν» : Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Πρός Θαλάσσιον περί διαφόρων ἀπόρων PG 90, 569C.  
[3] Ματσούκα (1992) 222 κ.ε.
[4] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως (Kotter) 126 – 127 : «Εἰ δέ τις ἐρωτῶν περί τῶν τοῦ Κυρίου φύσεων, εἰ ὑπό τό συνεχές ποσόν ἀναφέροιντο ἤ ὑπό τό διωρισμένον, ἐροῦμεν, ὅτι αἵ τοῦ Κυρίου φύσεις οὔτε ἕν σῶμα εἰσίν οὔτε μία ἐπιφάνεια οὔτε μία γραμμή, οὐ χρόνος, οὐ τόπος, ἴνα ὑπό τό συνεχές ἀναχθῶσι ποσόν˙ ταῦτα γάρ εἰσί τά συνεχῶς ἀριθμούμενα. Ἰστέον δε, ὡς ὁ ἀριθμός τῶν διαφερόντων ἐστι καί ἀδύνατον ἀριθμεῖσθαι τά κατά μηδέν διαφέροντα˙ καθ’ ὅ δέ διαφέρουσι, κατά τοῦτο καί ἀριθμοῦνται. Οἷον ὁ Πέτρος καί ὁ Παῦλος, καθ’ ὅ μέν ἤνωνται, οὐκ ἀριθμοῦνται˙ τῷ λόγω γάρ τῆς οὐσίας ἐνούμενοι δύο φύσεις οὐ δύνανται λέγεσθαι, καθ’ ὑπόστασιν δέ διαφέροντες δύο ὑποστάσεις λέγονται. Ὥστε ὁ ἀριθμός τῶν διαφερόντων ἐστι, καί ᾧ τρόπῳ διαφέρουσι τά διαφέροντα, τούτῳ τῷ τρόπῳ καί ἀριθμοῦνται».      
[5] Diel (2010) 269.
[6] Diel (2010) 269.
[7] Diel (2010), 303.
[8] Diel (2010), 303 – 304.
[9] Diehl (2010), 132 κ.ε.
[10] Αρβανίτη (2008), 31.
[11] Για το θέμα του επιθέτου στην οικογένεια του Ιωάννου Δαμασκηνού, γενικότερα των επιθέτων στην ζωή των ανθρώπων εκείνης της εποχής, αλλά και πως άρχισαν να εμφανίζονται στην ύστερη ζωή του ελληνισμού βλ. Louth (1998), 248˙ Auzepy (1994), 184.

Δευτέρα, 2 Μαρτίου 2015

Ιωάννης Λίλης, Ησαϊας και γνωμικό θέλημα.



Η χρήση του βιβλικού χωρίου Ησαΐας 7, 14 – 16  

στη διατύπωση του γνωμικού θελήματος[1]




α. Το χωρίο Ησαΐας 7, 14 – 16 και η σημασία του

Το πρωτότυπο εβραϊκό κείμενο της Παλαιάς Διαθήκης αναφέρει στο χωρίο Ησαΐας 7, 14 – 16 : «Γι’ αυτό ο ίδιος ο Κύριος θα σας δώσει ένα σημείο : η παρθένος θα συλλάβει και θα γεννήσει γιο, ο οποίος θα ονομαστεί ‘Εμμανουήλ’. Θα τρώει ανθόγαλο και μέλι ωσότου μάθει να απορρίπτει το κακό και να επιλέγει το αγαθό. Γιατί, πριν μάθει ακόμα τα παιδί να απορρίπτει το κακό και να επιλέγει το αγαθό, η χώρα των δύο βασιλιάδων που εσύ τρέμεις θα ερημωθεί».[2] Οι εβδομήκοντα μετέφρασαν το συγκεκριμένο χωρίο στα ελληνικά ως εξής : «διά τοῦτο δώσει Κύριος αὐτός ὑμῖν σημεῖον˙ ἰδοῦ ἡ παρθένος ἐν γαστρί ἕξει, και τέξεται υἱόν, και καλέσεις το ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουήλ˙ βούτυρον και μέλι φάγεται˙ πρίν ἤ γνῶναι αὐτόν ἤ προελέσθαι πονηρά, ἐκλέξεται το ἀγαθόν˙ διότι πρίν ἤ γνῶναι το παιδίον ἀγαθόν ἤ κακόν, απειθεῖ πονηρία τοῦ ἐκλέξασθαι το ἀγαθόν, και καταλειφθήσεται ἡ γῆ, ἥν σύ φοβῇ, ἀπό προσώπου τῶν δύο βασιλέων»[3] δηλαδή : «Γι’ αυτό το λόγο θα προσφέρει ο Κύριος ο ίδιος σ’ εμάς απόδειξη˙ ιδού η παρθένος θα κυοφορήσει και θα γεννήσει υιό, και θα καλέσεις το όνομα του Εμμανουήλ. Βούτυρο και μέλι τρώει. Προτού αποκτήσει συνείδηση ή προτιμήσει τα κακά, θα επιλέξει το καλό. Διότι πριν γνωρίσει το παιδί το καλό ή το κακό, απειθεί από πονηρία να επιλέξει το καλό, και θα εγκαταλειφθεί η γη, την οποία εσύ φοβάσαι, από το πρόσωπο των δύο βασιλέων».

Το πρωτότυπο εβραϊκό κείμενο λέγει πως θα τρώγει βούτυρο και μέλι μέχρι να μάθει να απορρίπτει το κακό και να επιλέγει το καλό, αφήνοντας περιθώριο διαπράξεως και του κακού πριν μάθει το καλό, ενώ οι εβδομήκοντα δίνουν εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο καθώς σημειώνουν πως δεν θα διαπράξει ποτέ το κακό : «προτού αποκτήσει συνείδηση ή προτιμήσει τα κακά θα επιλέξει το καλό». Μάλιστα το εβραϊκό κείμενο συνδέει την ύπαρξη δύο βασιλιάδων της εποχής εκείνης, οι οποίοι είναι οι Φεκάχ και Ρεσίν, με την απόκτηση της δυνατότητας επιλογής μεταξύ του καλού και του κακού, ενώ οι εβδομήκοντα ξεχωρίζουν την παρουσία των δύο βασιλιάδων από την ικανότητα του παιδιού να επιλέγει το καλό πριν καν γνωρίσει το κακό.

β. Η χρησιμοποίηση του συγκεκριμένου βιβλικού χωρίου

 πριν τη διατύπωση του γνωμικού θελήματος

Το συγκεκριμένο χωρίο θα χρησιμοποιηθεί από πολλούς συγγραφείς της πατερικής γραμματείας, κάθε φορά για διαφορετικό λόγο. Οι θεολόγοι κυρίως εμμένουν στη χρήση του καλού και του κακού, αλλά αρκετοί σχολιάζουν και τον όρο «Παρθένος» μαζί με το όνομα «Εμμανουήλ».[4] Μόνο δύο θα χρησιμοποιήσουν και τη φράση «βούτυρο και μέλι» : ο Νείλος Μοναχός[5] και ο Κύριλλος Αλεξανδρείας.[6]

Συγκεκριμένα ο Μέγας Αθανάσιος σε πέντε έργα του αναφέρεται στο γεγονός ότι θα γεννήσει η Παρθένος και το όνομα του θα είναι Εμμανουήλ που σημαίνει μεθ’ ημών ο Θεός[7] και σε ένα έργο του τη χρήση του καλού και του κακού με το περιεχόμενο που δίνουν οι εβδομήκοντα : «όπως επιβεβαιώνει ο προφήτης όταν λέγει : ¨πριν να γνωρίσει το παιδί το αγαθό ή το κακό δεν υπακούει στην πονηρία για να επιλέξει το αγαθό¨».[8] Ο Γρηγόριος Νύσσης χρησιμοποιεί τη μετάφραση και το περιεχόμενο των εβδομήκοντα για το καλό και το κακό[9], αναφέρει όμως και τον υιό Εμμανουήλ[10]. Το καλό και το κακό με το περιεχόμενο των εβδομήκοντα θα χρησιμοποιήσει ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος[11], αλλά και τον όρο «Παρθένος» όπως και τον «Εμμανουήλ»[12]. Επίσης ο Κύριλλος Αλεξανδρείας θα χρησιμοποιήσει το καλό και το κακό με το περιεχόμενο των εβδομήκοντα[13] αλλά και τους όρους «Παρθένος» και «Εμμανουήλ».[14] Μάλιστα είναι ο μόνος που χρησιμοποιεί σε κείμενο του, στην ίδια συνάφεια, και τους δύο στίχους του Ησαΐα 14 – 16 μαζί και όχι ξεχωριστά.[15] Την «Παρθένο» και τον «Εμμανουήλ» θα χρησιμοποιήσει και ο Ησύχιος Ιεροσολύμων. [16] Ο συγγραφέας όμως που θα χρησιμοποιήσει εκτενώς το συγκεκριμένο βιβλικό χωρίο για σοβαρότατο δογματικό ζήτημα είναι ο αγ. Μάξιμος Ομολογητής κατά τη διατύπωση του γνωμικού θελήματος.

γ. Η χρήση του χωρίου Ησ. 7, 14 – 16 στη διατύπωση του γνωμικού θελήματος

Ο άγιος Μάξιμος Ομολογητής, τον 7ο αιώνα μ. Χ., θα χρησιμοποιήσει το συγκεκριμένο χωρίο του Ησαΐα για τη διατύπωση του γνωμικού θελήματος, ένα θεολογικό ζήτημα που συζητήθηκε έντονα κατά την εποχή της αιρέσεως του μονοθελητισμού. Η συγκεριμένη αίρεση ενώ διδάσκε πως ο Χριστός είχε δύο φύσεις τη θεϊκή και την ανθρώπινη, υποστήριζε όμως πως είχε ένα θέλημα. Αν δεχτούμε το ένα θέλημα, δίδασκε ο Μάξιμος, θα πρέπει να το πούμε αναγκαστικά ή φυσικό ή γνωμικό.[17] Αν το πούμε φυσικό θα είναι είτε θείο, οπότε ο Χριστός είναι αποκλειστικά Θεός και δεν είναι και άνθρωπος, είτε το αντίθετο.[18] Αν το πούμε γνωμικό τότε ο Χριστός γίνεται απλός άνθρωπος, όπως εμείς, που σημαίνει πως αγνοεί και αμφιβάλλει «αγνοούντα τε και αμφιβάλλοντα» και έχει αυτά που είναι αντίθετα του.[19] Ο άνθρωπος έχει από τη φύση του την επιθυμία για το καλό δεν έχει όμως την πείρα του καλού. Για να αποκτήσει τη συγκεκριμένη πείρα χρειάζεται η συζήτηση και η σκέψη. Αντιθέτως ο Χριστός είχε εκ φύσεως την πείρα του καλού, χωρίς να χρειάζεται τη σκέψη και τη συζήτηση, γιατί εκτός από την ανθρώπινη φύση είχε και τη θεϊκή. Δεν αναζήτησε και δεν αποφάσισε το καλό, όπως γίνεται εμάς, αλλά στο ίδιο του το είναι είχε εκ φύσεως το αγαθό, γιατί δεν ήταν μόνο άνθρωπος αλλά και Θεός.[20] Για να δείξει αυτό το λεπτό σημείο ο Μάξιμος χρησιμοποιεί το συγκεκριμένο βιβλικό χωρίο του Ησαΐα 7, 14 – 16 εξηγώντας ο ίδιος πως όπως λέγει και ο Ησαΐας «προτού γνωρίσει το παιδί (εννοώντας τον Εμμανουήλ του συγκεκριμένου βιβλικού στίχου) το καλό ή το κακό, αρνείται από πονηρία να εκλέξει το καλό. Το ¨προτού¨ δηλαδή δηλώνει πως δεν αναζήτησε και δεν αποφάσισε, όπως γίνεται με εμάς, αλλά με τρόπο θεϊκό, στο ίδιο του το είναι είχε εκ φύσεως το αγαθό».[21] Γι’ αυτό το λόγο, θα πει ο Μάξιμος, ο Χριστός δεν είχε γνωμικό θέλημα, δεν είχε γνώμη, καθώς δεν εξέφραζε το καλό μετά από γνώμη και σκέψη αλλά είχε εκ φύσεως την οικείωση προς το αγαθό και την αποξένωση προς το κακό (εξαιτίας της θεϊκής του φύσης), ενώ εμείς έχουμε γνώμη, η οποία δεν είναι λόγος της φύσης, αλλά ένας τρόπος χρησιμοποίησης, επειδή η φύση μεταβλήθηκε άπειρες φορές.[22]  

Στο έργο του Συζήτησις μετά Πύρρου σημειώνει : «εμείς δηλαδή απλώς έχουμε τη φυσική επιθυμία του φύσει καλού, την πείρα όμως του συγκεκριμένου καλού την αποχτούμε με τη συζήτηση και τη σκέψη. Και γι’ αυτό προσφυώς λέγεται γνώμη και σ’ εμάς, αφού είναι ένας τρόπος χρησιμοποίησης, όχι λόγος της φύσης, επειδή η φύση μεταβλήθηκε άπειρες φορές. Στο ανθρώπινο όμως στοιχείο του Κυρίου, που δεν έλαβε υπόσταση απλή σύμφωνα με εμάς, αλλά θεϊκή (γιατί ήταν Θεός αυτός που για χάρη μας φανερώθηκε σ’ εμάς με τη σάρκα), δεν μπορεί να λέγεται γνώμη. Γιατί το είναι σ’ αυτόν, δηλαδή το να λάβει υπόσταση θεϊκά, είχε φυσικώς και την οικείωση προς το καλό και την αποξένωση προς το κακό, όπως ο μέγας οφθαλμός της Εκκλησίας Βασίλειος διδάσκει στην ερμηνεία του μδ΄ ψαλμού, λέγοντας : ¨Σύμφωνα μ’ αυτό θα εννοήσεις κι αυτό που είπε γι’ αυτόν ο Ησαΐας ότι προτού γνωρίσει το παιδί ή προτιμήσει τα πονηρά, θα εκλέξει το καλό¨. Γιατί προτού γνωρίσει το παιδί το καλό ή το κακό, αρνείται από πονηρία να εκλέξει το καλό. Το ¨προτού¨ δηλαδή δηλώνει ότι δεν αναζήτησε και δεν αποφάσισε όπως γίνεται μ’ εμάς, αλλά με τρόπο θεϊκό, στο ίδιο του το είναι είχε εκ φύσεως το αγαθό».[23]

Στο διασωθέν σήμερα έργο του Μεγάλου Βασιλείου Εἰς τὸν μδ΄ ψαλμὸν δεν αναφέρεται πουθενά η προαναφερθείσα φράση του Μαξίμου: «Σύμφωνα μ’ αυτό θα εννοήσεις κι αυτό που είπε γι’ αυτόν ο Ησαΐας ότι προτού γνωρίσει το παιδί ή προτιμήσει τα πονηρά, θα εκλέξει το καλό».[24] Κατά τη γνώμη μας ή το κείμενο χάθηκε ή ο Μάξιμος την αναφέρει εκ παραδρομής, όμως αυτό δεν έχει κάποια ιδιαίτερη σημασία. Έχουν διασωθεί πάρα πολλά άλλα κείμενα των Πατέρων της Εκκλησίας που δείχνουν τη χρησιμοποίηση του εν λόγω στίχου στη θεολογία. Ο άγιος Μάξιμος χρησιμοποιεί μία φράση της Παλαιάς Διαθήκης, το «πριν το παιδί γνωρίσει το καλό ή το κακό», η οποία είχε καταστεί ήδη τεχνικός όρος στη θεολογική διατύπωση καθώς χρησιμοποιήθηκε από πολλούς Πατέρες, για να διατυπώσει για πρώτη φορά το γνωμικό θέλημα. Μάλιστα εξηγεί λεπτομερώς το πριν του παλαιοδιαθηκικού κειμένου σημειώνοντας πως το «¨προτού¨ που γράφει το συγκεκριμένο βιβλίο του Ησαΐα «δηλώνει ότι δεν αναζήτησε και δεν αποφάσισε όπως γίνεται μ’ εμάς, αλλά με τρόπο θεϊκό, στο ίδιο του το είναι είχε εκ φύσεως το αγαθό».[25] Το πρόβλημα με εμάς τους ανθρώπους, τονίζει ο Μάξιμος, είναι ότι «δεν ενεργούμε όλοι εξίσου τα φυσικά. Γιατί αν όλοι εξίσου ενεργούσαμε τα φυσικά, πράγμα βέβαια για το οποίο έχουμε γίνει, θα δειχνόταν σε όλους, όπως η φύση, έτσι και η αρετή μία μη επιδεχόμενη το περισσότερο και το λιγότερο».[26] Στη ερώτηση του Πύρρου γιατί τότε αποκτούμε με κόπο και άσκηση τις αρετές εφόσον είναι φυσικές, ο Μάξιμος απαντά πως «η άσκηση και οι κόποι που τη συνοδεύουν επινοήθηκαν από τους φίλους της αρετής, μόνο για να διαχωριστεί η απάτη που εισχώρησε στην ψυχή μέσω των αισθήσεων, και όχι για να βάζουν μέσα μας απ’ έξω νεοφερμένες τις αρετές˙ γιατί βρίσκονται μέσα μας από τη δημιουργία μας. Γι’ αυτό και μόλις διακριθεί τελείως η απάτη, αμέσως η ψυχή δείχνει επάνω της τη λαμπρότητα της φυσικής αρετής. Γιατί, όποιος δεν είναι ανόητος, είναι φρόνιμος, κι όποιος δεν είναι δειλός είναι ή θρασύς, ή γενναίος˙ κι όποιος δεν είναι ακόλαστος, είναι σώφρων, κι όποιος δεν είναι άδικος είναι δίκαιος. Ο καταφύση δηλαδή λόγος είναι φρόνηση, η καταφύση κρίση είναι δικαιοσύνη, ο καταφύση θυμός είναι γενναιότητα, και η κατά φύση επιθυμία είναι σωφροσύνη. Άρα μόνο με την αφαίρεση των παραφύση συνήθως διακρίνονται τα καταφύση, όπως βέβαια και με την αφαίρεση της σκουριάς φαίνεται η φυσική στίλβη και λαμπρότητα του σιδήρου».[27]  Και τη λέξη «γνώμη» ψάχνει ο Μάξιμος να τη βρει σε διάφορα βιβλία της Αγίας Γραφής, καθώς δεν υπάρχει στο συγκεκριμένο χωρίο του Ησαΐα. Συζητώντας με τον Πύρρο του λέγει πως δεν πρέπει «να περάσει χωρίς να το επισημάνουμε εφόσον η λέξη ¨γνώμη¨ στην Αγία Γραφή και στους Πατέρες έχει πολλές σημασίες κι εξηγείται με πολλούς τρόπους, όπως φανερό σε όσους μελετούν προσεκτικά».[28] Μέσα στην Αγία Γραφή εντοπίζει τρεις εξηγήσεις του όρου «γνώμη» : α) ως παραίνεση και συμβουλή όπως τη χρησιμοποιεί ο Απόστολος Παύλος στην Α΄ προς Κορινθίους επιστολή του[29] β) ως σκέψη και σχέδιο όπως ο Δαβίδ στον 32ο Ψαλμό[30] και γ) ως απόφαση όπως ο Δανιήλ[31] (αναφέρει και τη γνώμη ως δοξασία ή πίστη ή φρόνημα όμως δεν αντλεί το συγκεκριμένο περιεχόμενο από την Αγία Γραφή αλλά από τον Γρηγόριο τον Θεολόγο)[32]. Επίσης μας διευκρινίζει πως συνολικά μετά από εξονυχιστική, κατά δήλωση του, μελέτη σε 28 σημεία της Αγίας Γραφής και των προηγουμένων Πατέρων εντοπίζει τη λέξη «γνώμη». Δεν αναφέρει ξεχωριστά τα 28 σημεία, αλλά ουσιαστικά τα εστιάζει σ’ αυτές τις τρεις περιπτώσεις με την παρατήρηση πως κάθε φορά «το νόημα που δίνει ο ομιλών ρυθμίζεται ανάλογα με τα προηγούμενα ή τα επόμενα. Επειδή είναι και αδύνατο να περιοριστεί αυτή η λέξη σε μία και μοναδική σημασία».[33] 

                        

δ. Προφήτης Ησαΐας και Μάξιμος Ομολογητής

στον Ιωάννη Δαμασκηνό



Τον αγ. Μάξιμο θα αντιγράψει καταλέξη, έναν αιώνα αργότερα, ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός στο έργο του Ἔκδοσις ἀκριβής της ὀρθοδόξου πίστεως χρησιμοποιώντας την συγκεκριμένη φράση του προφήτου Ησαΐα : «Ο Κύριος όμως επειδή δεν ήταν μόνο γυμνός άνθρωπος αλλά και Θεός και γνώριζε τα πάντα, δεν είχε ανάγκη από σκέψη και ζήτηση και βουλή και κρίση και φυσικώς είχε την οικείωση προς το καλό και την αποξένωση προς το κακό. Έτσι λοιπόν και ο Ησαΐας λέγει, ότι ¨ προτού αποκτήσει συνείδηση ή προτιμήσει τα κακά, θα επιλέξει το καλό. Διότι πριν γνωρίσει το παιδί το καλό ή το κακό, απειθεί από πονηρία να επιλέξει το καλό¨. Αυτό το ¨πριν¨ δηλώνει ότι κατά το ίδιο το είναι και τη γνώση όλων είχε από τη φύση το αγαθό, χωρίς όπως εμείς, να γυρεύει και να σκέφτεται, επειδή είναι Θεός και θεϊκά πήρε τη σάρκα στην υπόσταση του, δηλαδή είναι καθ’ υπόσταση ενωμένος με τη σάρκα˙ γιατί οι αρετές είναι φυσικές και επίσης φυσικώς ενυπάρχουν σε όλους, αν και δεν ενεργούν επίσης όλοι σύμφωνα με τη φύση τους».[34] Μία ακόμα φορά θα ξαναχρησιμοποιήσει ο Δαμασκηνός το συγκεκριμένο χωρίο του Ησαΐα με το ίδιο περιεχόμενο στο έργο του Περί τῶν ἐν τῷ Χριστῷ δύο θελημάτων. [35]

Έχει ενδιαφέρον να δούμε τα σημεία που αντιγράφει κατά λέξη ο Δαμασκηνός

Μάξιμος Ομολογητής : «Στο ανθρώπινο όμως στοιχείο του Κυρίου, που δεν έλαβε υπόσταση απλή σύμφωνα με εμάς, αλλά θεϊκή (γιατί ήταν Θεός αυτός που για χάρη μας φανερώθηκε σ’ εμάς με σάρκα), δεν μπορεί να λέγεται γνώμη».

Ιωάννης Δαμασκηνός : «Είναι αδύνατο να πούμε γνώμη και προαίρεση για τον Κύριο» και «Ο Κύριος όμως επειδή δεν ήταν μόνο γυμνός άνθρωπος αλλά και Θεός και γνώριζε τα πάντα, δεν είχε ανάγκη από σκέψη και ζήτηση και βουλή και κρίση»

Μάξιμος Ομολογητής : «Σύμφωνα με αυτό θα εννοήσεις και αυτό που είπε ο γι’ αυτόν ο Ησαΐας ότι, προτού γνωρίσει το παιδί ή προτιμήσει τα πονηρά, θα εκλέξει το καλό»

Ιωάννης Δαμασκηνός : «Έτσι λοιπόν και ο Ησαΐας λέγει, ότι ¨ προτού αποκτήσει συνείδηση ή προτιμήσει τα κακά, θα επιλέξει το καλό. Διότι πριν γνωρίσει το παιδί το καλό ή το κακό, απειθεί από πονηρία να επιλέξει το καλό¨».

Μάξιμος Ομολογητής : «Το ¨προτού¨ δηλαδή δηλώνει ότι δεν αναζήτησε και δεν αποφάσισε όπως γίνεται με εμάς, αλλά με τρόπο θεϊκό, στο ίδιο του το είναι είχε εκ φύσεως το αγαθό».

Ιωάννης Δαμασκηνός : «Αυτό το ¨πριν¨ δηλώνει ότι κατά το ίδιο το είναι και τη γνώση όλων είχε από τη φύση το αγαθό, χωρίς όπως εμείς, να γυρεύει και να σκέφτεται επειδή είναι Θεός και θεϊκά πήρε τη σάρκα στην υπόσταση του, δηλαδή είναι καθ’ υπόσταση ενωμένος με τη σάρκα˙ γιατί οι αρετές είναι φυσικές και επίσης φυσικώς ενυπάρχουν σε όλους, αν και δεν ενεργούν επίσης όλοι σύμφωνα με τη φύση τους».  

Όσον αφορά τη «γνώμη» ο Μάξιμος Ομολογητής αναφέρει τρία σημεία από την Αγία Γραφή για να δείξει τις τρεις διαφορετικές ερμηνείες του ορου «γνώμη» και μια τέταρτη από τον πρώτο λόγο Περί Υιού του Αγ. Γρηγορίου του Θεολόγου ως «δοξασία» ή «πίστη» ή «φρόνημα».[36] Στο σημερινό διασωθέν κείμενο του Αγ. Γρηγορίου του Θεολόγου δεν υπάρχει πουθενά αυτή η αναφορά.[37] Πρέπει να σημειώσουμε πως και ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός αναφέρει μόνο τις τρεις βιβλικές περιπτώσεις του Μαξίμου Ομολογητού χωρίς αναφέρει καθόλου τον Γρηγόριο το Θεολόγο.[38] Η πιο πιθανή εκδοχή είναι πως έψαξε εξονυχιστικά τα κείμενα του Αγ. Γρηγορίου, δεν βρήκε τη συγκεκριμένη αναφορά του Γρηγορίου του Θεολόγου και γι’ αυτό δεν την αναφέρει καθόλου. Δεν διευκρινίζει αν υπάρχει άλλος Πατέρας συγγραφέας της Εκκλησίας που χρησιμοποιεί τον όρο «γνώμη». Αναφέρει ακριβώς τις τρεις βιβλικές αναφορές αντιγράφοντας τον Μάξιμο, όμως η αποφυγή της αναφοράς στον Γρηγόριο δείχνει πως μετά από μελέτη χρησιμοποιούσε τους προηγούμενους Πατέρες χωρίς να προβαίνει σε άκριτη αντιγραφή. Βέβαια είναι εμφανές πως δεν έψαξε να βρει τις υπόλοιπες εικοσιπέντε περιπτώσεις του Μαξίμου.                       



στ. Προγενέστεροι θεολόγοι που επηρέασαν τον Μάξιμο Ομολογητή

στη χρήση του Ησαΐα



Ο συγγραφέας που προϊδέασε τον Μάξιμο για τη χρησιμοποίηση του Ησαΐα στη διατύπωση του γνωμικού θελήματος είναι κατά τη γνώμη μας ο Κύριλλος Αλεξανδρείας. Στο έργο του Ἑρμηνεία στὸ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιο, Βιβλίο Δ΄ ο άγιος Κύριλλος χρησιμοποιεί ως στήριγμα το χωρίο του Ησαΐα 7,16 για να πει για πρώτη φορά πως ο Χριστός δεν διάλεγε το καλύτερο και απέφευγε το φαύλο από επιλογή, αλλά όπως η φωτιά δεν διαλέγει με επιλογή της αν θα είναι ζεστή ή ψυχρή αποφεύγοντας το ψυχρό, αλλά αυτή είναι η φύση της, έτσι και στην περίπτωση του Χριστού. Γιατί όλα τα αγαθά είναι φυσικά στον Θεό και δεν εισάγονται απ’ έξω.[39] Η άποψη αυτή θα αναλυθεί διεξοδικά αργότερα από τον Αγ. Μάξιμο τον Ομολογητή. Στο Ὑπόμνημα στὸ κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγέλιο, στο Κατὰ Νεστορίου βλασφημιῶν, βιβλίον Γ΄ και στο Περὶ τῆς ἐνανθρωπίσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου ο Κύριλλος θα χρησιμοποιήσει και πάλι το συγκεκριμένο βιβλικό χωρίο για να μας πει πως παρότι ένα νεογέννητο παιδί είναι αδύνατο να διακρίνει το καλό και το κακό και δεν καταλαβαίνει τίποτα, ενώ ο Χριστός γνώριζε τα πάντα από νήπιο,[40] όμως στο έργο Ὑπόμνημα στὸ κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγέλιο χρησιμοποιεί το βιβλικό χωρίο όχι τόσο για την επιλογή του καλού και του κακού, όσο για να δείξει τα δώρα που χάρισε στη ανθρώπινη φύση η ενανθρώπιση του Κυρίου,[41] στο Κατά των Νεστορίου βλασφημιών, βιβλίον Γ΄ για να δείξει ότι ήταν πάντοτε τέλειος στο αγαθό,[42] ενώ στο Περὶ τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου ότι αποστρέφεται την κακία και σιχαίνεται κάθε πονηρία.[43]

Επίσης πρέπει να σημειώσουμε πως στο έργο του Ἑρμηνεία στὸν Ἠσαΐα, βιβλίο Γ΄, Λόγος Δ΄ ο άγιος Κύριλλος δεν αναφέρεται καθόλου στο επίμαχο χωρίο και η μόνη του αναφορά είναι στο 7, 14 δηλαδή στην «Παρθένο» και τον «Εμμανουήλ»,[44] όχι στο καλό και το κακό, και σε ένα άλλο χωρίο του προφήτη Ησαΐα, εντελώς όμως άσχετο με το θέμα που μας ενδιαφέρει, το χωρίο 11, 5 και 4 όπου αναφέρεται στη δικαιοσύνη του Κυρίου.[45] Στο κατεξοχήν έργο του όπου αναλύει διεξοδικά τον προφήτη Ησαΐα δεν αναφέρεται καθόλου σε ένα τόσο σημαντικό χωρίο, το οποίο μετά από δύο αιώνες θα γίνει η βάση για να αναλυθεί το «γνωμικό θέλημα».                    

Ο Μέγας Αθανάσιος χρησιμοποιεί τον εν λόγω παλαιοδιαθηκικό στίχο για να δείξει την αναμαρτησία του Κυρίου[46], ο Γρηγόριος Νύσσης την τέλεια διακριτική ικανότητα και πραγματική φρόνηση του Κυρίου[47], ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος για να υπογραμμίσει πως ο Χριστός ήταν όντως άνθρωπος και όχι φανταστικό πρόσωπο[48]. Η αναφορά του Νείλου του Μοναχού, που δεν γίνεται στο «καλό και το κακό» αλλά στο «βούτυρο και μέλι» όπως ήδη σημειώσαμε, γίνεται για να σημειωθεί πως η ενανθρώπιση έγινε πραγματικά.[49]       

           

ε. Ο τρόπος χρησιμοποίησης του βιβλικών χωρίων στη δογματική διατύπωση                

Οι δύο βασιλιάδες που αναφέρονται στο κείμενο του Ησαΐα είναι ο Φεκάχ του Ισραήλ που ήταν το βόρειο βασίλειο με τις δέκα φυλές του Ισραήλ και πρωτεύουσα τη Σαμάρεια (στην Παλαιά Διαθήκη το βόρειο βασίλειο πολλές φορές εκπροσωπείται από τη φυλή Εφραΐμ)[50] και ο Ρεσίν των Αραμαίων. Η εποχή είναι το 736 π.Χ. Ο βασιλιάς Άχαζ του Ιούδα που ήταν το νότιο βασίλειο με τις δύο φυλές του Ισραήλ και πρωτεύουσα την Ιερουσαλήμ, δεν συμμάχησε μαζί τους για να αντιμετωπίσουν τους Ασσυρίους, με αποτέλεσμα ο Φεκάχ και ο Ρεσίν να επιτεθούν εναντίον των Ιεροσολύμων.[51] Κατά το παλαιοδιαθηκικό κείμενο ο Κύριος έστειλε τον προφήτη Ησαΐα να πείσει τον Άχαζ να ζητήσει μήνυμα από τον Θεό. Ο Άχαζ αρνήθηκε και τότε ο Ησαΐας απάντησε πως και βέβαια πρέπει να ζητήσει μήνυμα, χωρίς να εξαντλεί την υπομονή του Θεού, και ο Κύριος θα δώσει ένα δυνατό σημείο : η Παρθένος θα συλλάβει και θα γεννήσει γιο τον Εμμανουήλ, ο οποίος θα σώσει τον Ισραήλ, δηλαδή το νότιο βασίλειο. Στο σημείο αυτό αναφέρονται και οι δύο βασιλιάδες της εποχής εκείνης Φεκάχ και Ρεσίν. Ενώ το «πριν» αναφέρεται στον Εμμανουήλ του προφήτου Ησαΐα, ο Μάξιμος θα το χρησιμοποιήσει για τον Χριστό και τις δύο φύσεις του για να δείξει την ανυπαρξία της γνώμης στο πρόσωπο του Κυρίου.

Στο χωρίο του Ησαΐα που μελετούμε, παρατηρούμε πως α) όλοι οι Πατέρες της Εκκλησίας χρησιμοποιούν τη μετάφραση των εβδομήκοντα και όχι το πρωτότυπο εβραϊκό κείμενο. Τα δύο κείμενα όμως δίνουν εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο στη φράση, όπως δείξαμε στην αρχή της μελέτης μας. Το πρωτότυπο εβραϊκό κείμενο λέγει πως θα τρώγει βούτυρο και μέλι μέχρι να μάθει να απορρίπτει το κακό και να επιλέγει το καλό, αφήνοντας περιθώριο να εννοηθεί πως κάποια στιγμή μπορούσε να διαπράξει και το κακό, ενώ οι εβδομήκοντα υποστηρίζουν πως δεν θα διαπράξει ποτέ το κακό : «προτού αποκτήσει συνείδηση ή προτιμήσει τα κακά θα επιλέξει το καλό». Φυσικά οι Πατέρες χρησιμοποιούν την ερμηνεία των εβδομήκοντα καθώς ταιριάζει πολύ περισσότερο στην ενανθρώπιση, ενώ θα μπορούσε κάποιος να αντιτάξει πως μόνο το περιεχόμενο του πρωτότυπου εβραϊκού κειμένου θα έπρεπε να χρησιμοποιηθεί καθώς αυτό είναι το αυτούσιο κείμενο, β) οι Πατέρες χρησιμοποιούν το χωρίο ο καθένας για διαφορετικό λόγο, αναλόγως με το ποιες προκλήσεις είχε να αντιμετωπίσει. Τίποτα δεν προμήνυε στους προηγούμενους θεολόγους συγγραφείς (με μία εξαίρεση, όπως αναφέραμε, τον Κύριλλο Αλεξανδρείας) πως οι δύο στίχοι του Ησαΐα θα χρησίμευαν κάποτε για τη διατύπωση του γνωμικού θελήματος γ) κάποιες φράσεις της Παλαιάς Διαθήκης, όπως η επίμαχη, είχαν καταστεί τεχνικοί όροι και ήταν αδιανόητο να μην χρησιμοποιηθούν στη δογματική διατύπωση, όταν μάλιστα ανήκαν στις σπουδαιότερες προσωπικότητες του εβραϊκού χώρου, όπως ο προφήτης Ησαΐας δ) η γέννηση του Εμμανουήλ από την Παρθένο κόρη δεν ξαναεμφανίζεται σε ολόκληρη την Παλαιά Διαθήκη και ε) η λέξη «Παρθένος» είναι όρος των Εβδομήκοντα. Έτσι μετέφρασαν την εβραϊκή λέξη «αλμά» που σημαίνει στην κυριολεξία «νεαρή κόρη».[52]     

 Ο τρόπος χρησιμοποίησης του επίμαχου βιβλικού χωρίου μας διευκολύνει να κατανοήσουμε πως χρησιμοποιήθηκε η Παλαιά Διαθήκη στη διατύπωση του χριστιανικού δόγματος. Οι θεολόγοι Πατέρες παραπέμπουν στα γεγονότα της Παλαιάς Διαθήκης και όχι στο κείμενο της. Το ίδιο το κείμενο είναι πολλές φορές αδύνατο να μας πει την αλήθεια καθώς έχει ασάφειες, χάσματα, μας παραδόθηκε μισοτελειωμένο ή περιγράφει κάποιο γεγονός που δεν μπορεί να σχετιστεί με ένα από τα μετέπειτα επίμαχα δογματικά ζητήματα και βέβαια όλοι οι παλαιοδιαθηκικοί συγγραφείς δεν έχουν την ίδια συγγραφική ικανότητα. Και αν ακόμα δεν υπήρχε Παλαιά Διαθήκη πάλι θα ψάχναμε στα γεγονότα πριν την Ενανθρώπιση του Υιού και Λόγου για να εντοπίσουμε τον άσαρκο Λόγο. Είναι όμως και αδύνατο να αποφευχθεί η χρήση της Παλαιάς Διαθήκης, εφόσον επιλέχθηκε ο εβραϊκός λαός για την έλευση του Μεσσία, καθώς ήταν το εθνικό κείμενο των Εβραίων και οι φράσεις του ήταν γνωστές σε όλους˙ τις διάβαζαν και τις άκουγαν κάθε Σάββατο στη Συναγωγή. Η απόπειρα των Πατέρων να μην αρνηθούν την Παλαιά Διαθήκη δείχνει τον σοφό τρόπο, με τον οποίο αντιμετώπιζαν τη διατύπωση του δόγματος. Το γεγονός ότι πολλά σημεία της Παλαιάς Διαθήκης παρουσιάζουν ασάφειες και σφάλματα δεν ενοχλεί καθόλου τους θεολόγους, γιατί οι θεόπτες και συγγραφείς θεολόγοι ενδιαφέρονται μόνο για τα γεγονότα της Παλαιάς Διαθήκης, τα οποία κορυφώνονται στο ένα και μοναδικό γεγονός : την Ενανθρώπιση του Κυρίου. Όλα τα γεγονότα και οι φράσεις της Παλαιάς Διαθήκης υπάρχουν για να ντύσουν το γεγονός της ενανθρωπίσεως του Κυρίου. Ο «Εμμανουήλ» του εν λόγω βιβλικού χωρίου για τον Εβραίο δεν λέγει απολύτως τίποτα˙ είναι ένα πρόσωπο μέσα στα τόσα που πέρασαν από την ιστορία του εβραϊκού λαού. Ουσιαστικά είναι ένας απλός πρόγονος του. Για το μέλος της χριστιανικής εκκλησίας είναι ο άσαρκος Λόγος που θα ιδρύσει την Εκκλησία, το Α και το Ω, ο Ων.

Ο Charbel N. EL-Hani και η Claudia Sepulveda σε μελέτη τους για τη σχέση επιστήμης και θρησκείας αναφερόμενοι κυρίως στη θέση της Παλαιάς Διαθήκης στη σύγχρονη παιδεία υποστηρίζουν πως η θρησκευτική αγωγή αντιτίθεται στον ανοιχτό τρόπο σκέψης.[53]  Η θέση αυτή έχει βάση όσον αφορά την Παιδεία που πρόσφερε στο Μεσαίωνα η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία οργανωμένη ως Παπικό κράτος. Έξάλλου μία πολύ πρόσφατη μελέτη πέντε ερευνητών με τον τίτλο «The Implications of the Cognitive sciences for the Relation Between Religion and Science Education : The Case of Evolutionary Theory» αποφαίνεται ρητώς πως η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία προσπαθεί να προσαρμόσει τις σύγχρονες απόψεις για τη θεωρία της Εξελίξεως μέσα από το Ρωμαιοκαθολικό δόγμα.[54] Είναι εντελώς εσφαλμένη όσον αφορά τη χρήση της Παλαιάς Διαθήκης από τους Πατέρες της Εκκλησίας για τη διατύπωση του χριστιανικού δόγματος. Στους ανατολικούς Πατέρες χρησιμοποιήθηκε με μεγάλη ελευθερία και πρωτοτυπία. Τι σχέση έχει εξωτερικά ένα περιστατικό της Παλαιάς Διαθήκης αναφερόμενο σε δύο βασιλιάδες του Ισραήλ, τον 8ο αιώνα π.Χ., με το δογματικό ζήτημα του «γνωμικού θελήματος», τον 7ο αιώνα μ.Χ., στην τότε κραταιά βυζαντινή αυτοκρατορία. Όλα τα χωρία της Παλαιάς Διαθήκης χρησιμοποιούνται από τους Πατέρες με έναν και μοναδικό γνώμονα : το πρόσωπο του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και μία από τις κορυφαίες εκφράσεις αυτής της αλήθειας είναι αναμφισβήτητα η χρήση του χωρίου του προφήτου Ησαΐα 7, 14 – 16 στη διατύπωση του γνωμικού θελήματος.                                                 

































                    





[1] Μελέτη που δημοσιεύθηκε στην Επιστημονική Επετηρίδα Τόμος Γ΄ της Πατριαρχικής Ανωτάτης Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Κρήτης, αφιερωμένη στον Σεβασμιώτατο Αρχιεπίσκοπο Κρήτης κ.κ. Ειρηναίο, Ηράκλειο Κρήτης 2014, σελ. 160 – 172.   

[2] Ησ. 7, 14 – 16. Το κείμενο προέρχεται από τη κριτική έκδοση του εβραϊκού κειμένου Biblia Hebraica Stuttgartensia Βλ. Β. Τσάκωνας, Μ. Κωνσταντίνου, Η Αγία Γραφή Παλαιά και Καινή Διαθήκη (μετάφραση από τα πρωτότυπα κείμενα) εκδ. Ελληνική Βιβλική Εταιρία, Αθήνα 2003.       

[3] Π. Ι. Μπρατσιώτης, Η Αγία Γραφή (η Παλαιά και η Καινή Διάθηκη) Αδελφότης Θεολόγων η ¨Ζωή¨, Αθήναι 131994. Γ. Γ. Ψαλτάκης, Π. Ν. Τρεμπέλας, Η Παλαιά Διαθήκη μετά συντόμου ερμηνείας, τόμος ιστ΄ Ησαΐας, Αδελφότης Θεολόγων ¨ο Σωτήρ¨, Αθήναι 1998, σελ. 103 – 105.          

[4] Σχετικά με την ετυμολογία και την ιστορία του ονόματος «Εμμανουήλ» βλ. Απόστολου Ν. Μπουρνέλη, Ο μεγάλος άγνωστος, το κύριο όνομα μας, Πατερική – ερμηνευτική προσέγγιση Ηράκλειο Κρήτης 42011, σελ. 89.        

[5] Νείλου τοῦ Μοναχοῦ, Ἐπιστολαί, Βιβλίον Α΄, (Φιλοκαλία των Νηπτικών και Ασκητικών Πατέρων 11Γ Ε.Π.Ε. Πατερικαί εκδόσεις Γρηγόριος ο Παλαμάς Θεσσαλονίκη 1998), σελ. 397.    

[6] Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Γλαφυρά στή Γένεση, Λόγος Ζ΄, PG 69, 380C˙ Κατά τῶν Νεστορίου Βλασφημιῶν, Βιβλίον Γ΄ PG 76, 156A.   

[7] Μ. Ἀθανασίου, Κατά Ἀρειανῶν Α΄ PG 26, 125A˙ Περί τῆς ἐνσάρκου ἐπιφανείας τοῦ Θεοῦ Λόγου, καί κατά Ἀρειανῶν PG 26, 1025A˙ Πρός Σεραπίωνα ἐπιστολή Α΄ PG 26, 552C˙ Πρός Ἐπίκτητον Κορίνθου PG 26, 1057BC˙ Πρός Ἀδέλφιον Ἐπίσκοπον PG 26, 1080B.   

[8] Μ. Ἀθανασίου, Κατά Ἀπολλιναρίου λόγος δεύτερος PG 26, 1141BC.

[9] Γρηγορίου Νύσσης, Εἰς τήν Ὑπαπαντήν τοῦ Κυρίου PG 46, 1152C – 1153A.   

[10] Γρηγορίου Νύσσης Εἰς τήν Γένησιν τοῦ Χριστοῦ PG 46, 1153D – 1156A.

[11] Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Πρὸς Ἰουδαίους καὶ Ἕλληνας PG 48, 815.

[12] Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Ὁμιλία Ε΄, Ματθ. 1, 22 – 23 PG 57, 56 ˙ Ὁμιλία ΙΓ΄ PG 59, 87˙ Ὁμιλία στόν ΜΔ΄ Ψαλμό, PG 55, 195˙ Περί ἀκατηλήπτου PG 73, 657B˙ Πρός τούς Ἀνομοίους PG 48, 738.  

[13] Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Ἑρμηνεία στό Κατά Ἰωάννην Εὐαγγέλιο, βιβλίο Δ΄ PG 73, 657B ˙ Κατά τῶν Νεστορίου Βλασφημιῶν, Βιβλίον Γ΄ PG 76, 156A˙ Περί τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου PG 75, 1440B.  

[14] Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Βίβλος  Θησαυρῶν, Λόγος Κ΄ PG 75, 337C˙ Ὑπόμνημα στό Κατά Λουκᾶν Εὐαγγέλιο PG 72, 492BC˙ Βίβλος Θησαυρῶν, Λόγος ΛΒ΄, PG 75, 516A˙ Περί τῆς Ἁγ. καί Ζωοποιοῦ Τριάδος, Διάλογος Δ΄, PG 75, 912C˙ Περί τῆς Ἁγ. καί Ζωοποιοῦ Τριάδος, Διάλογος Ε΄ PG75, 940A˙ Περί τῆς ἐνανθρωπίσεως τοῦ Μονογενοῦς PG 75, 1201A˙ Περί τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου PG 75, 1453C˙ Ἑρμηνεία στόν Ἠσαΐα, Βιβλίο Γ΄ Λόγος Δ΄, PG 70, 1036.        

[15] Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Ὑπόμνημα στό Κατά Λουκᾶν Εὐαγγέλιο PG 72, 492C.

[16] Ἠσυχίου Ἱεροσολύμων, Εἰς τήν Ἁγίαν Μαρίαν τήν Θεοτόκον PG 93, 1460A˙ PG 93, 1465A.  

[17] Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Συζήτησις μετὰ Πύρρου PG 91, 312D.

[18] Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Συζήτησις μετὰ Πύρρου PG 91, 312D – 313A.   

[19] Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Συζήτησις μετὰ Πύρρου PG 91, 309A.  

[20] Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Συζήτησις μετὰ Πύρρου PG 91, 308D – 309A.  

[21] Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Συζήτησις μετὰ Πύρρου PG 91, 309A.  

[22] Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Συζήτησις μετὰ Πύρρου, PG 91, 308D.    

[23] Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Συζήτησις μετά Πύρρου, PG 91, 308D – 309A.

[24] Μεγάλου Βασιλείου, Ὁμιλία Ἡ΄, εἰς τὸν μδ΄ ψαλμὸν ¨Εἰς τὸ τέλος, ὑπέρ τῶν ἀλλοιωθησομένων, τοῖς υἱοῖς Κορὲ εἰς σύνεσιν, ὠδὴ ὑπὲρ τοῦ ἀγαπητοῦ¨, PG 29, 388 – 413.  

[25] Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Συζήτησις μετά Πύρρου, PG 91, 309A.  

[26] Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Συζήτησις μετά Πύρρου, PG 91, 309B.

[27] Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Συζήτησις μετὰ Πύρρου, PG 91, 309B – 312A.

[28] Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Συζήτησις μετὰ Πύρρου, PG 91, 312AB.

[29] Α΄ Κορ. 7,25 πρβλ. και Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Συζήτησις μετά Πύρρου, PG 91, 312B.

[30] Ψαλμ. 32,4˙ Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Συζήτησις μετὰ Πύρρου, PG 91, 312B.

[31] Δαν. 2, 15˙ Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Συζήτησις μετὰ Πύρρου, PG 91, 312B.  

[32] Στα διασωθέντα κείμενα του αγ. Γρηγορίου δεν υπάρχει τέτοια εκδοχή βλ. Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος ΚΘ΄ Θεολογικὸς Τρίτος Περὶ Υἱοῦ, PG 36, 73 – 104 καὶ Λόγος Λ΄ Θεολογικὸς Τέταρτος Περὶ Υἱοῦ, PG 36, 104 – 133.   

[33] Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Συζήτησις μετὰ Πύρρου, PG 91, 312C.    

[34] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ακριβής της Ὀρθόδοξου Πίστεως Kotter (= B. Kotter, Die Schriften des Johannes von Damaskos, II, BerlinNew York 1973), II 143.  

[35] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Περί τῶν ἐν τῷ Χριστῷ δύο θελημάτων PG 95, 164A : «πρίν ἤ γνῶναι καλόν καί πονηρόν [οὐ τοῦτο λέγει, ὅτι ὕστερον πότε ἐδέξατο] οὐ γάρ ἔγνω ἤ ἐλογίσατο πονηρόν, διά τήν καθ’ ὑπόστασιν ἕνωσιν οὐκ ἐπαμφοτερίζοντα, οὐδέ διστάζοντα εἶχε τόν λογισμόν˙ ἀλλ’ αὐτός ὧν ὁ εἰς Χριστός, τοῦτο κακεῖνο τουτέστι Θεός καί ἄνθρωπος, ἐκέχρητο τοῖς ἀνθρωπίνοις αὐτοῦ˙ τουτέστι πᾶσι τοῖς φυσικοῖς τῆς ἀθρωπότητος, πρός ὑπακοήν τοῦ πατρικοῦ καί θείου αὐτοῦ θελήματος».     

[36] Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Συζήτησις μετὰ Πύρρου PG 91, 312BC.

[37] Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος ΚΘ΄ Θεολογικὸς Τρίτος Περὶ Υἱοῦ PG 36, 73 – 104 καὶ Λόγος Λ΄ Θεολογικὸς Τέταρτος Περὶ Υἱοῦ PG 36, 104 – 133.

[38] Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις ακριβής τῆς Ὀρθόδοξου Πίστεως Kotter II, 144.

[39] Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Ἑρμηνεία στὸ κατὰ Ἰωάνην Εὐαγγέλιο, βιβλίο Δ΄, PG 73, 657B.

[40] Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Ὑπόμνημα στὸ Κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγέλιο, PG 72, 492BC.  

[41] Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Ὑπόμνημα στὸ Κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγέλιο, PG 72, 492AB.   

[42] Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Κατὰ τῶν Νεστορίου βλασφημιῶν, βιβλίον Γ΄ PG 76, 156A.   

[43] Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Περὶ τῆς ἐνανθρωπίσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου, PG 75, 1440B.  

[44] Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Ἑρμηνεία στὸν Ἠσαΐα, Βιβλίο Γ΄, Λόγος Δ΄, PG 70, 1036D.  

[45] Κυρίλλου Ἀλεξανδρείας, Ἑρμηνεία στὸν Ἠσαΐα, Βιβλίο Γ΄, Λόγος Δ΄, PG 70, 1037B.

[46] Μ. Ἀθανασίου, Κατὰ Ἀπολλιναρίου λόγος δεύτερος PG 26, 1141BC.    

[47] Γρηγορίου Νύσσης, Εἰς τὴν ὑπαπαντὴν τοῦ Κυρίου PG 46, 1152C – 1153A.   

[48] Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Πρὸς Ἰουδαίους καὶ Ἕλληνας PG 48, 815.

[49] Νείλου Μοναχοῦ, Ἐπιστολαὶ βιβλίον Α΄, σελ. 397.

[50] Β. Τσάκωνα – Μ. Κωνσταντίνου, Η Αγία Γραφή Παλαιά και Καινή Διαθήκη (μετάφραση από τα πρωτότυπα κείμενα) εκδ. Ελληνική Βιβλική Εταιρία, Αθήνα 2003, σελ. 1201.

[51] Β. Τσάκωνα Μ. Κωνσταντίνου, Η Αγία Γραφή Παλαιά και Καινή Διαθήκη (μετάφραση από τα πρωτότυπα κείμενα) εκδ. Ελληνική Βιβλική Εταιρία, Αθήνα 2003, σελ. 1193. Παναγιώτου Ν. Τρεμπέλα, Ὑπόμνημα εἰς τὸν προφήτην Ἠσαΐαν, Αδελφότης Θεολόγων ¨ο Σωτήρ¨, Αθήναι 31990, σελ. 80 – 85.     

[52] Β. Τσάκωνα Μ. Κωνσταντίνου, Η Αγία Γραφή Παλαιά και Καινή Διαθήκη (μετάφραση από τα πρωτότυπα κείμενα) εκδ. Ελληνική Βιβλική Εταιρία, Αθήνα 2003, σελ. 1201.

[53] Charbel N. El-Hani˙Claudia Sepulveda, «The relationship between science and religion in the education of protestant biology preservice teachers in a Brazilian university», Cult Stud of Sci Educ (2010) 5 : 103-125 DOI 10. 1007/s11422-009-9212-7


[54] Stefaan Blancke˙ Johan De Smedt˙ Helen De Cruz˙ Maarten Boudry˙ Johan Braeckman, «The Implications of the Cognitive sciences for the Relation Between Religion and Science Education : The Case of Evolutionary Theory», Sci & Educ DOI 10.1007/s11191-011-9402-z, (Ghent University, Belgium και University of Leuven, Belguium). 

 
Ιωάννης Ν. Λίλης

Λέκτορας Π.Α.Ε.Α.Κ.